[:en]ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ Και τώρα μπορείτε να πάτε να …το ξανασκεφτείτε… ή αλλιώς απόσυρση υποψηφιότητας της Ερμούπολης ως Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 2021!!!! ΟΥΦ, φτηνά τη γλυτώσαμε???[:]

[:en]Οδυρμός, κακεντρέχειες, και θλίψη στους κύκλους wannabe διαμόρφωσης πολιτικής και πολιτισμού στο μικρό μας νησί. Αυτό που πλανόταν εδώ και μήνες, επιτέλους εμφανίστηκε, πήρε σάρκα και οστά: η Ερμούπολη αποσύρεται και επισήμως από υποψήφια Πολιτιστική Πρωτεύουσα Ευρώπης 2021.

Επισήμως στο δημοτικό συμβούλιο αποφασίστηκε ότι σταματάει η υποψηφιότητα και δεν πετάγονται άλλα λεφτά για αυτή.

Ήδη με συνθήκες μάλλον μυστικότητας, κονδύλια που προορίζονταν για αυτή, είτε με μορφή εκδηλώσεων, είτε με ανάθεση σε εταιρίες συμβούλων είχαν προ πολλού παγώσει.

Λίγο η ατολμία του Δημάρχου, λίγο η «σύνεσή» του ότι δεν βγαίνει με τίποτα οικονομικά, λίγο ο ανταγωνισμός με τους τέως πασόκους (ιστορικά οι πασόκοι ως αναπτυξιολάγνοι και χωμένοι στα διάφορα προγράμματα τρέχουν για mega events αλλά οι κλασσικοί δεξιοί τα κάνουν π.χ. Ολυμπιάδα 2004), λίγο ότι άλλα κοντινά νησιά δεν τζογάρουν στον πολιτισμό αφού έχουν ήδη τουρισμό, λίγο η ανύπαρκτη ενδοκυκλαδική συγκοινωνία – απαραίτητη για την διακυκλαδική υποψηφιότητα, χρεώνονται όλα αυτά μαζί για αυτή την υπέροχη αποτυχία.

Εμείς ελπίζουμε ότι επίσης έπαιξαν ρόλο και οι πιθανές έστω και εκ των υστέρων κοινωνικές διεργασίες αντίστασης που η κυριαρχική εξουσία, έστω και της μικρής μας κοινωνίας, φοβόνταν ότι θα αναδύονταν στην πορεία διεκδίκησης και εφαρμογής της πολιτικής αυτής.

Έχουμε κάθε λόγο να πανυγηρίζουμε για αυτή την αποτυχία. Προσπαθήσαμε και εδώ

περί πολιτιστικής πρωτεύουσας 2021 και Ερμούπολης

για την εξέγερση στο Μάριμπορ – Πολιτιστική πρωτεύουσα 2012

για την Γλασκώβη 1990 και το μοντέλο πολιτικής πολιτισμού ως αστεακή ανάπλαση

να αρθρώσουμε ένα λόγο εναντίωσης και πολιτικής αντιπαλότητας σε αυτά τα σχέδια με βασικό κριτήριο ποιος αποφασίζει για ποια πόλη, ποιος επωφελείται από τέτοιου είδους δράσεις και πολιτικές, τι αποπροσανατολισμός επιχειρείται από βασικές κοινωνικές ανάγκες, τι μοντέλο ανάπτυξης και εργασιακών σχέσεων προωθείται, ποιος δημόσιος χώρος και πως αλώνεται υπέρ ποιου?

 

Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε χαρούμενοι που δεν τους βγήκε το σχέδιο και ανεβαίνει το ηθικό μας και μόνο με τα κατεβασμένα μούτρα τους και τις αλληλοκατηγορίες που εκτοξεύουν. Όσο για μερίδα πολιτιστικόπληκτων του νησιού που με αγαθές προθέσεις γουστάρανε το πανυγήρι, αυτόματα έρχεται το τετριμμένο : και η βλακεία έχει τα όρια της.

ΟΜΩΣ, γνωρίζουμε πως η πολιτική ανάπλασης του νησιού, η τουριστική προβολή, το παραμύθι του πολιτισμού δεν σταματάει εδώ. Οι βασικοί άξονες που εξυπηρετούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα τους και τη διαρκή κρίση μπορούν και χωρίς τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Είτε με το γλύψιμο εφοπλιστών, είτε με τις λευκές νύχτες, είτε με την εμπορευματοποίηση των ελεύθερων χώρων, είτε με το ξαναστήσιμο του εμπορικού σήματος (“Unesco”) της Ερμούπολης προς χάριν βιομηχάνων του Τουρισμού είναι σαφές πως η πολιτική της επιδότησης των «από πάνω» και της περιθωριοποίσης των «από κάτω», και με όχημα τον πολιτισμό δεν θα σταματήσει εύκολα.

Από την άλλη τα ανασφάλιστα γκαρσόνια, οι κακοπληρωμένες καθαρίστριες, η απλήρωτη εργασία στο Νεώριο, οι νοσηλευόμενοι στο υποβαθμισμένο Κέντρο Υγείας, οι άνεργοι, οι πολίτες που μετατρέπονται σε υπήκοοι, όλοι εμείς δεν θα παραδοθούμε τόσο εύκολα.[:]

[:en]Η Πολιτική του Πολιτισμού ως Αστεακή Ανάπλαση? [:]

[:en]…. συνεχίζοντας την ανάρτηση απόψεων περί ανάπλασης, πολιτισμού, και βεβαίως, βεβαίως, Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης ,και όλα αυτά  ως εργαλεία νεοφιλελεύθερης ατζέντας, ανεβάζουμε το παρακάτω άρθρο κριτικής στην “πετυχημένη” Γλασκώβη του 1990 η οποία άνοιξε το δρόμο για αυτά που θέλουν να εφαρμόσουν και εδώ, στη Σύρο.

Παραφράζοντας τα ερωτήματα των συμπερασμάτων: ποιανών και ποια Σύρος γιορτάζει? Ποιανών ιστορία κυριαρχεί – και ποιανών ιστορία περιθωριοποιείται? Ποιοι θα επωφεληθούν περισσότερο από το έπαθλο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας του 2021?…Στην καρδιά αυτής της συζήτησης βρίσκεται το θέμα του τι είδους πόλης θέλουμε, και πως το πετυχαίνουμε… είναι θέμα ερωτημάτων εξουσίας, ποιος παίρνει τις αποφάσεις, ποιος εντάσσεται και ποιος περιθωριοποιείται.

Η Πολιτική του Πολιτισμού ως Αστεακή Ανάπλαση? Κριτικές σκέψεις πάνω στη Γλασκώβη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1990

GERRY MOONEY

The Open University (Scotland), Edinburgh, UK

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Αυτό το άρθρο επανεξετάζει τη Γλασκώβη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1990, και μελετά τις κύριες κριτικές που διατυπώθηκαν για την πολιτιστική πολιτική της Γλασκόβης ως στρατηγική αστεακής ανάπλασης. Υποστηρίζει ότι, πολλές από τις επικρίσεις που διατύπωσαν ομάδες αντίθετες σε αυτή, όπως οι Εργαζόμενοι της Πόλης ήταν έγκυρες, και ενισχυμένες σε μεγάλο βαθμό από τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Πόλη από το 1990,  προτείνει ωστόσο, ότι και αυτή η κριτική απάντηση πρέπει να υποβληθεί σε πιο ενδελεχή έλεγχο. Το άρθρο ισχυρίζεται ότι οι εμβληματικές πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να κάνουν λίγα, αλλά μπορεί και να αποσιωπήσουν και να εκτρέψουν την προσοχή μακριά από τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν πολλές πρώην βιομηχανικές πόλεις και καταλήγει με το επιχείρημα ότι τα διδάγματα της εμπειρίας της Γλασκώβης αφορούν επίσης πολύ και άλλες πόλεις όπως το Λίβερπουλ, που ομοίως εναγκαλίζονται όλο και περισσότερο με την πολιτική του πολιτισμού ως δρόμο προς την αστεακή ανάπλαση

ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ: Γλασκώβη, πολιτιστική πολιτική, αστεακή ανάπλαση, αστεακή πόλωση.

Εισαγωγή

Στο προηγούμενο άρθρο σε αυτή τη συλλογή η Beatriz Garcia σημειώνει ότι ο «πολιτισμός» έχει γίνει κεντρικός στα προγράμματα αστεακής ανάπλασης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από την περασμένη δεκαετία η ανάπτυξη μίας, βασισμένης στην Πόλη, πολιτικής πολιτισμού έχει γίνει αναντικατάστατο εργαλείο στην επανα-φαντασίωση και αναγέννηση των πόλεων. Πολλά έχουν γραφτεί για το έτος της Γλασκώβης ως Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα (ΕΠΠ) το 1990. Ως παρελθούσα – και για αρκετούς τρομερά επιτυχήμενη – Πολιτιστική Πρωτεύουσα, η Γλασκώβη συνεχίζει να προβάλεται ως μοντέλο και σημείο αναφοράς για άλλες μειονεκτούσες πόλεις, συμπεριλαμβανόμενου και του Λίβερπουλ, ΕΠΠ 2008 (Bianchini, 1990; Bianchini & Parkinson, 1993; Gomez, 1998; Holcomb, 1993; Khan, 2003b). Πάνω από όλα, η Γλασκώβη αναγνωρίζεται ευρέως ως  σημείο αναφοράς για άλλες αποβιομηχανοποιημένες ή/και «δευτερεύουσες πόλεις» που πρέπει να ακολουθήσουν. Ήταν η πρώτη πρώην- βιομηχανική πόλη που ανέπτυξε ένα πρόγραμμα ανάπλασης καθοδηγούμενο από τον πολιτισμό και ορίσθηκε ως ΕΠΠ. Το «κάνε μία Γλασκώβη» έχει γίνει το επαναλαμβανόμενο θέμα στις συζητήσεις της αστεακής πολιτιστικής πολιτικής και του μάρκετινγκ τόπου σε αρκετές από τις παλαιότερες βιομηχανικές πόλεις της Ευρώπης.

Ο κύριος στόχος αυτού του άρθρου είναι να διερευνήσει κριτικά ορισμένες από τις κληρονομιές της ΕΠΠ της Γλασκώβης το 1990. Αυτό το άρθρο δεν ασχολείται με τις πολιτικές ανάπτυξης αυτές καθαυτές μετά το 1990 αλλά με την προσφορά «κριτικών προβληματισμών» στο βασίλειο της Γλασκώβης ως ΕΠΠ του 1990. Για να το κάνει αυτό επιστρέφει στις επιθέσεις που γίνανε στην εκδήλωση καθαυτή του 1990 και με τη σειρά τους τις υποβάλει και αυτές σε κριτική. Στην θέση του ότι το αποκαλούμενο «μοντέλο της Γλασκώβης» για την αστεακή αναγέννηση είναι ουσιαστικά ένας συντηρούμενος μύθος, σε αντίθεση με μία πανηγυρική πραγματικότητα, το άρθρο εγείρει σημαντικά ερωτήματα για εκείνους που σήμερα δημοσίως συζητάνε τι θα σημάνει το καθεστώς της ΕΠΠ για το Λίβερπουλ το 2008 καθώς και για άλλες πρώην βιομηχανικές πόλεις σε όλη την Ευρώπη που αναζητούν να χρησιμοποιήσουν τον πολιτισμό ως βασική συνιστώσα στα προγράμματα αναγέννησής τους

Η Γλασκώβη ως ΕΠΠ το 1990

Μυστυριωδώς αλλά δραματικά, η Γλασκώβη έχει γίνει ένα μέρος που ο κόσμος θέλει τώρα να επισκεφθεί, να δει και να τον δουν σε αυτόν. (Urry, 2002, σελ. 108)

Δεν υπάρχει τίποτα το μυστήριο στην ανάδυση της Γλασκώβης ως προεξάρχων τουριστικός προορισμός (βλ. Garcıa, 2004, σελ. 107 για αριθμούς). Η προσέλκυση των τουριστών ήταν μία βασική συνιστώσα της στρατηγικής αναθεώρησης της Γλασκώβης, ξεκινώντας με την εκστρατεία τα «Kαλύτερα Mίλια της Γλασκώβης» το 1983, που ακολουθήθηκε από το Εθνικό Φεστιβάλ Κήπων το 1988 και την ΕΠΠ το 1990. Το τελευταίο επεισόδιο στη σειρά είναι η ανανέωση του επώνυμου ονόματος (rebranding) της Γλασκώβης το 2004 (με κόστος στο 1,5 εκατομμύριο λίρες) ως «Γλασκώβη: Σκωτία με Στυλ» (Sunday Herald; Scotland on Sunday, 7 March 2004). Αυτή είναι η πρώτη σημαντική εικόνα «ανανέωσης» από την εποχή της εκστρατείας «Τα Καλύτερα Μίλια » και ποντάρει στις δυνάμεις της Γλασκώβης ως πολιτιστικής τοποθεσίας και ως το μεγαλύτερο κέντρο λιανικής έξω από το Λονδίνο. Όμως, προωθείται, με το χρόνο, μία επανεξέταση της πόλης ως κέντρο φτώχειας και στέρησης, και έχει ήδη επικριθεί η εικόνα εξωραϊσμού ως κάτι λίγο περισσότερο από ένα φτιασίδωμα (Scott, 2004).

Το υπόβαθρο της βασιλείας της Γλασκώβης ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης και του καθαυτού πολιτιστικού φεστιβάλ του 1990, έχει ευρέως καταγραφεί (βλ. Boyle &Hughes, 1991; Garcıa, 2004; Gomez, 1998; Kantor, 2000; MacLeod, 2002; Pacione, 2001). Με μία ιστορία μακροχρόνιας οικονομικής και βιομηχανικής παρακμής, μαζί με μαζικά προβλήματα ανεργίας, φτώχειας, αποστέρησης και άθλιων συνθηκών στέγασης, οργανισμοί όπως ο τότε  Οργανισμός Ανάπτυξης της Σκωτίας και το Συμβούλιο της Περιοχής της Γλασκώβης ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα να «αναπλάσουν» την Πόλη, ανακατασκευάζοντας την ως μετα-βιομηχανικό κέντρο χρησιμοποιώντας το marketing του τόπου και τα πολιτιστικά προγράμματα ως τα μέσα μέσω των οποίων εξωτερικές επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών θα μπορούσαν να δελεαστούν.

Δεν μπορείτε να κάθεστε ακόμα· δεν μπορείτε να βασίζεστε στα επιτεύγματα του παρελθόντος, ασχέτως του πόσο εντυπωσιακά μπορεί να ήταν… οι μέρες της Γλασκώβης ως μίας μεγάλης βιομηχανικής πόλης έχουν περάσει. Μπορεί να φαίνεται θλιβερό, αλλά οι συνέπειές του είναι ξεκάθαρες:  σχεδιάζεται να γίνει μία μεγάλη μετά-βιομηχανική πόλη… Το μετά-βιομηχανικό μέλλον της Γλασκώβης θα προκύψει κατά ένα μεγάλο μέρος από την αστεακή της κληρονομιά και τον πολιτιστικό της πλούτο… με τη Γλασκώβη να θεωρείται ως μία μεγάλη πόλη πολιτισμού, μπορούμε να αναμένουμε τις τέχνες που συσχετίζονται με τον τουρισμό να αυξάνονται – και έτσι έρχονται δουλειές. (Glasgow 1990 Festivals Office,1990, σελ. 20)

Καθόλη τη δεκαετία του ’80, η εικόνα, οι τέχνες και ο πολιτισμός χρησιμοποιήθηκαν για να αναδιαμορφώσουν το κέντρο της πόλης, μαζί με νέα εμπορικά κέντρα, με νέα στέγαση τύπου βιομηχανικών αποθηκών σε μέρη της κεντρικής πόλης, συμπεριλαμβανόμενης της   πρόσφατα ανακαινισμένης περιοχής της «Εμπορικής Πόλης», που βρίσκεται ανατολικά  του κέντρου της πόλης (see MacLeod, 2002, σελ. 611–613). Η ΕΠΠ της Γλασκώβης το 1990 ήταν το αποκορύφωμα σε αυτή τη μακροχρόνια στρατηγική επανα-φαντασίωσης.

Όπως υπονοείται πιο πάνω, υπάρχει μία δυνατή οικονομική λογική στη Γλασκώβη 1990. Μερικώς αυτή ήταν για την προσέλκυση τουριστών αλλά επίσης και για να γίνει η Γλασκώβη ένα περισσότερο ελκυστικό μέρος για να ζει και να δουλεύει κάποιος. Ο «Πολιτισμός» ήταν βασική συνιστώσα σε αυτή τη στρατηγική και για αυτό το σκοπό η διάθεση εμβληματικών χώρων τεχνών και πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένων της νέας αίθουσας συναυλιών κόστους σχεδόν 30 εκατομμυρίων λιρών και άλλων νέων χώρων τέχνης αφορούσε σημαντικά κτιριακά συγκροτήματα(Myerscough, 1991). Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του 1990, 700 πολιτιστικοί οργανισμοί και 22.000 άνθρωποι ενεπλάκησαν στην παρουσίαση και στην εκτέλεση σχεδόν 3.500 εκδηλώσεων (Myerscough, 1991). Στην αναφορά αξιολόγησης του για τους σημαντικότερους εταίρους της Γλασκώβη 1990 – το Συμβούλιο της Πόλης της Γλασκώβης, το Περιφεριακό Συμβούλιο του Strathclyde και το Επιχειρηματικό Επιμελητήριο της Σκωτίας – ο John Myerscough υπολόγισε ότι για μία επένδυση του δημόσιου τομέα των 33 εκατομμυρίων λιρών, η Γλασκώβη 1990 είδε μία καθαρή οικονομική επιστροφή στην περιφεριακή οικονομία της Γλασκώβης μεταξύ 10,3 και 14.1 εκατομμυρίων λιρών (Myerscough, 1991). Επιπροσθέτως, τώρα η Πόλη είχε μία αρκετά βελτιωμένη φήμη εξωτερικά ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων επίσης νόμιζε ότι το 1990 είχε βελτιώσει την εικόνα της Πόλης ενώ την έκανε και ένα πιο ευχάριστο μέρος για να ζεις.

Συντριπτικά, η κυρίαρχη αφήγηση που προκύπτει από τις περιγραφές της περιόδου της Γλασκώβης ως ΕΠΠ, και από την καθαυτή πολιτιστικά καθοδηγούμενη αναγέννηση στην πόλη, είναι ότι ήταν «καλή για τη Γλασκώβη» και ότι το «1990» βοήθησε για να «μεταμορφωθεί». Ενώ υπάρχει ένα αριθμός διαφορετικών διαστάσεων σε αυτούς τους ισχυρισμούς, μεταξύ των βασικών συνιστώσεων είναι ότι η εθνική και διεθνή φήμη της Γλασκώβης ενισχύθηκε σημαντικά και ότι η εικόνα της Πόλης και η παρουσίασή της επιδιορθώθηκαν προς το καλύτερο. Ξεφορτώνοντας τη μακροχρόνια εικόνα ως μέρους ζοφερής αστεακής υποβάθμισης, φτώχειας, βίας και βιομηχανικών αναταραχών, η Γλασκώβη επαναφαντασιώθηκε ως μία «ζωντανή», «μετά-βιομηχανική», «μοδάτη» πόλη.Στις διάφορες εορταστικές ομιλίες που προκύψανε, η «νέα» Γλασκώβη κατασκευάστηκε και σε αντιτέθηκε αυστηρά  με την «παλιά» Γλασκώβη, η οποία όλο και περισσότερο αντιπροσωπεύεται από τα μεγάλα συγκροτήματα εργατικών κατοικιών, τα οποία είναι ένα αξιοσημείωτο, αν και περιθωριοποιημένο, χαρακτηριστικό του αστεακού τοπίου της Πόλης.

Ποιανού Πολιτισμός? Ποιανής Γλασκώβης? Αναθεωρώντας την κριτική του 1990

Η ατζέντα του 1990, που ορίσθηκε από τις δημοτικές αρχές, βασίστηκε σε μία απλή παραδοχή, ότι η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης ήταν επιβεβαίωση της Τέχνης και της Γλασκώβης: συνεπώς αν ήσουν αντίθετος στην πρώτη ήσουν αντίθετος και στην δεύτερη. Έτσι η Ομάδα Εργαζομένων της Πόλης παρουσιάστηκε ως ένα μάτσο μη πατριωτών φιλισταίων, ως ένα φάντασμα Σταλινικού παρελθόντος και εργατίστικου μέλλοντος. Εφιστώντας την προσοχή σε ορισμένες δυσβάσταχτες πραγματικότητες δεχθήκαμε μεγάλες δόσεις δηλητηρίου. (Kelman, 1992, p. 1)

Αυτό το σχόλιο από τον James Kelman ισχύει σήμερα όσο και την περίοδο του 1990 (και θα ισχύει επίσης σίγουρα για αυτούς που αναζητούν να αμφισβητήσουν τους ισχυρισμούς που ήδη έχουν γίνει για το Λίβερπουλ ως ΕΠΠ το 2008). Ένας σημαντικός Σκωτζέζος συγγραφέας , ο Kelman, επίσης ηγετικό μέλος της Ομάδας Εργαζομένων της Πόλης, ήταν μεταξύ των πιο ηχηρών αντιπάλων όλων αυτών που αντιπροσώπευε η Γλασκώβη ΕΠΠ 1990 . Και το δηλητήριο στο οποίο αναφέρεται ο Kelman έχει ελάχιστα διαχυθεί προς όλες τις πλευρές. Σε ένα σεμινάριο στη Γλασκώβη στα τέλη του Ιανουαρίου 2004, «Αλλάζοντας την Διεθνή Απήχηση», δεν αποτέλεσε έκπληξη να ακούσουμε έναν από τους πιο σημαντικούς ομιλητές, να αναφέρεται στους Εργαζόμενους της Πόλης ως «αυτοδιορισμένοι αντιπρόσωποι του λαού της Γλασκώβης, Σταλινικοί που υποστηρίζανε πως το ευρύ κοινό της Γλασκώβης δεν ήταν για το 1990. Αλλά αυτοί ήταν λάθος». Εκείνοι που τολμήσανε να αμφισβητήσουν ή να επιτεθούν στις στρατηγικές αστεακής «ανανέωσης» που υιοθετήθηκαν στη Γλασκώβη από τα μέσα του ’80, συχνά βρήκαν τους εαυτούς τους σε απολογητική θέση, θεωρούμενοι ως αιρετικοί που αμφισβήτησαν μία παγκόσμια αλήθεια. Υπάρχουν ορισμένες θετικές αλλαγές που οι οι κριτικές θα έπρεπε να αναγνωρίσουν: Η Γλασκώβη βάσιμα έχει σήμερα μία καλύτερη φήμη από αυτή που είχε την περίοδο πριν από τα τέλη του ‘80·αρκετοί συνηθισμένοι άνθρωποι από το ευρύ κοινό της Γλασκώβης παρακολούθησαν εκδηλώσεις και φεστιβάλ του 1990· η ύπαρξη εκθέσεων, συνεδρίων, μεγάλων πολιτιστικών εκδηλώσεων, νέων μουσείων, νέων κέντρων τεχνών, κλπ. δημιούργησε ευκαιρίες σε πολλούς και διαφορετικούς μεταξύ τους κατοίκους της Γλασκώβης · δουλειές δημιουργήθηκαν στους τομείς των τεχνών και του πολιτισμού και τουρίστες είδαν τη Γλασκώβη ως ένα ελκυστικό προορισμό για ένα μικρό διάλλειμα. Αλλά, οι αντίπαλοι υποστηρίζουν, αυτά τα οφέλη υπερκαλύπτονται από τις αδικίες και τους περιορισμούς του 1990 και της πολιτιστικά καθοδηγούμενης αναγέννησης.

Η κριτική της Γλασκώβης ως ΕΠΠ το 1990 από τους Εργαζόμενους της Πόλης και άλλους έχει πλήρως διερευνηθεί από τους Boyle & Hughes (1991) και ότι ακολουθεί περιγράφεται για λογαριασμό τους , στο έργο των Damer (1989), Kemp (1990) και σε δύο φυλλάδια δημιουργημένα από την Ομάδα Εργαζομένων της Πόλης (McLay, 1988; 1990) και στην έρευνα του Ian Spring για τους «μύθους» της «νεάς» Γλασκώβης (Spring, 1990). Οι κριτικές στην Γλασκώβης ως ΕΠΠ επιτέθηκαν όχι μόνο στην πολιτιστική ουσία του 1990 αλλά, και το σημαντικότερο, στην οικονομική και πολιτική αφήγηση που σχετίζονταν με αυτή – και είναι αυτή στην οποία εστιάζουμε στη συζήτηση εδώ. Εν ολίγοις, το κύριο στοιχείο της επίθεσης από τους Εργαζόμενους της πόλης και άλλους επικριτές ήταν ότι η Γλασκώβη ΕΠΠ είχε περισσότερο να κάνει με την πώληση της Γλασκώβης ως τόπου επενδύσεων και εξαγορών παρά ως μια γιορτή του πολιτισμού και της ζωής της  – τουλάχιστον του πολιτισμού της εργατικής τάξης της Γλασκώβης. Οι κριτικές είδαν αυτά τα δύο ως αμοιβαία αποκλειώμενα:

…το έτος Πολιτισμού έχει περισσότερο να κάνει με τις πολιτικές εξουσίας παρά με τον πολιτισμό. Έχει να κάνει περισσότερο με εκατομμυριούχους κτηματομεσίτες παρά με τέχνη… Το 1990, υποχρεωτικά, όλα παραδίδονται, αφού ενταχθούν στην επιχειρηματικότητα, πάνω από όλα το 1990 είναι μία σαφής δήλωση στο όνομα του επιχειρηματικού πλούτου. Έτσι ώστε το 1990 είναι περισσότερο ένα ζήτημα καλλιτεχνικής χορηγίας μεγάλων επιχειρήσεων, προώθησης της νέας τουριστικής κίνησης και της απόδωσης βοήθειας και άνεσης σε ένα ρηχό ήθος γιάπικης απληστείας. Και για όλα αυτά φυσικά ο λαός της Γλασκώβης θα κληθεί να πληρώσει το λογαριασμό. (McLay, 1990, p. 87)

Το βασικό σύνθημα των Saatchi και Saatchi για το 1990 “There’s a lot of Glasgowing on” (υπάρχουν αρκετά από τα της Γλασκώβης που συνεχίζουν/αξίζουν, διαφημιστικός νεολογισμός) – επαναδιατυπώθηκε από τους επικριτές σε ‘There’s a lot of con gowing on’ (υπάρχουν αρκετοί συντηριτικοί για να κάνουν/συνεχίσουν) βλ. Σχέδιο 1.

glascow

Σχέδιο 1. Αντίθετες εικόνες της Γλασκώβης 1990.

Τα κεντρικά θέματα για τις κριτικές που συνδέονταν με τους Εργαζόμενους της Πόλης περιστράφηκαν γύρω από τι/ποιανού Γλασκώβη αντιπροσωπευόταν το 1990 – και σε ποιον «ανήκε» το 1990. Η ιδέα ότι η ΕΠΠ ήταν μία άσκηση «γιαποποίησης» της Γλασκώβης, περιθωριοποιώντας το παρελθόν της Πόλης ως μέρος σοσιαλιστικής αναταραχής και αγώνα της εργατικής τάξης, ήταν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα της κριτικής των Εργαζομένων της Πόλης. Η εικόνα της «νέας» αποστειρωμένης Γλασκώβης ήταν αυστηρά αταίριαστη με την «πραγματικότητα» της ζωής σε αρκετές από τις τεράστιες εργατικές πολυκατοικίες:

Με τη βοήθεια των ειδικών των Saatchi και Saatchi ανακαινίζουν την εικόνα και αφήνουν την πραγματικότητα πίσω τους. Προπαγανδίζουν μία εικόνα που είναι ψεύτικη. Υπάρχει στέρηση και εγκατάλειψη των κοινωνικών στεγαστικών σχεδίων… υπάρχει χρόνια ανεργία και ευρέως διαδεδομένη DSS (διαίρεση κοινωνικών υπηρεσιών ) φτώχεια (φτώχεια που σχετίζετε με την διαφοροποιημένη παροχή κοινωνικών υπηρεσιών), με τα συνήθη επακόλουθα – χρήση ναρκωτικών και πολύπλευρες μορφές βίας στην κοινότητα. Αυτή δεν είναι η «Εμπορική Πόλη», αλλά είναι η αληθινή Γλασκώβη. (McLay, 1990, σελ. 87)

Οι οικονομικές και πολιτικές πτυχές αυτών των κριτικών χτυπάνε στην καρδιά του συνόλου της συζήτησηςγια του μάρκετινγκ τόπου. Σωστά οι ενάντιοι στη Γλασκώβης 1990 αναζήτησαν να τοποθετήσουν ολόκληρη την εκδήλωση και τη στρατηγική που την υποστηρίζει εντός του πλαισίου της μακροχρόνιας οικονομικής παρακμής της Γλασκώβης. Ο μανδύας της ΕΠΠ αγκαλιάστηκε από τους ηγέτες της Πόλης ως ένας τρόπος προώθησης της οικονομικής «αναγέννησης» της Γλασκώβης. Υπάρχει μικρή διαφωνία μεταξύ των υποστηρικτών της στρατηγικής της ΕΠΠ και των επικριτών της πάνω σε αυτό. Ωστόσο, οι Εργαζόμενοι της Πόλης υποστήριξαν ότι το είδος της αναγέννησης που προωθείται μέσω μεγάλης κλίμακας εμβληματικών πολιτιστικών εκδηλώσεων θα επέφεραν μαζικά οφέλη και κέρδη για ορισμένους και μία οικονομία όσο πιο ποτέ εξαρτημένη, στην καλύτερη περίπτωση, από ανασφαλείς, χαμηλά αμοιβόμενες δουλειές του τομέα υπηρεσιών για την πλειοψηφία. Η ΕΠΠ αποσπά την προσοχή και πόρους από την αντιμετώπιση των μαζικών προβλημάτων της φτώχειας και των μη προνομιούχων. Συνεπώς, τα υποτιθέμενα οικονομικά οφέλη που η ΕΠΠ θα επέφερε γίνονται αντικείμενο επίθεσης ως κάτι μόλις περισσότερο από κούφιες υποσχέσεις. Αντιθέτως, οι αντίπαλοι υποστήριξαν ότι η Γλασκώβη θα γίνοταν ένα κάτεργο του τομέα των υπηρεσιών, οι εργαζόμενοί του θα αρμέγονταν από επενδυτές εξαγορών οι οποίοι θα μετακόμιζαν στο πρώτο σήμα μεγαλύτερων κερδών που γίνονται κάπου αλλού. Το αποτέλεσμα θα ήταν περισσότερη φτώχεια, μεγαλύτερη οικονομική ταλαιπωρία και ένας αυξανόμενος διαχωρισμός μεταξύ «εχόντων» και «μη εχόντων». Αυτός το αυξανόμενο χάσμα επίσης τροφοδοτείται από μία στρατηγική που εκτρέπει απολύτως απαραίτητους πόρους από την αντιμετώπιση υλικών δυσκολιών της Πόλης σε πολιτιστικές εκδηλώσεις (Σχέδιο 2).

pocket

Σχέδιο 2. Φτώχεια της Πόλης

Οι επιθέσεις των Εργαζομένων της Πόλης πολλές φορές στοχεύανε τη διοίκηση των Εργατικών της Γλασκώβης. Ενώ συχνά περιγράφονταν ως ένα προπύργιο των «Παλαιών Εργατικών» με πολλούς τρόπους οι καθοδηγητές του Εργατικού Κόμματος της Γλασκώβης ήταν «Νέοι Εργατικοί» πολύ πριν ο Μπλερ και ο Μπραουν βγούνε στο προσκήνιο. Στη Γλασκώβη, οι Εργατικοί αγκαλιάσανε τον ιδιωτικό τομέα, τιμούσανε το ρόλο που η αγορά είχε να παίξει στην οικονομική και αστεακή «μεταμόρφωση», αναζητώντας «συμπράξεις» με άλλους παράγοντες και εκπροσώπους εταιρειών πριν αυτό γίνει της μόδας και, ουσιαστικά, αγκαλιάσανε την οικονομία των εταιρικών φοροαπαλλαγών υποστηριζόμενη τότε από τους Συντηριτικούς της Θάτσερ. Με την παροχή κινήτρων και ευκαιριών σε επιχειρηματίες για να επενδύσουν στην Πόλη (μία πολιτική που σε κάθε περίπτωση προϋπήρχε του 1990), οι οποίοι εν μέρει προσελκύονται από τις εμβληματικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, ο πλούτος που θα δημιουργούνταν θα κατηφόριζε τελικά στα λιγότερα προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού της Γλασκώβης. Δημιουργία πλούτου, οικονομική ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα ήταν η λύση, η μόνη λύση, για τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Γλασκώβης.

Ενώ γενικώς είναι συμπαθητικές οι επικρίσεις κατά της Γλασκώβης 1990,  από τους Εργαζόμενους της Πόλης, τα επιχειρήματά τους έχουν τους περιορισμούς τους. Στο σχεδιασμό της διάκρισης μεταξύ μίας «πραγματικής» και «επανά-φαντασιωμένης», «νέας» Γλασκώβης, παραμελήσανε την έκταση στην οποία η Γλασκώβη ήταν πάντα ένα μέρος που φαντασιωνόταν και επανά-φαντασιωνόταν, ένα μέρος με συχνά συγκροούμενες εκδοχές και διαφορετικές ιστορίες. Ο ισχυρισμός ότι η οικονομική στρατηγική της Γλασκώβης στηρίζονταν σχεδόν ολοκληρωτικά πάνω στην προσέλκυση δουλειών του τομέα υπηρεσιών (που θα ήταν βασικά χαμηλόμισθες) είναι σωστός. Όμως, έμμεσα υπάρχει σχεδόν ένας εορτασμός, μία λαχτάρα, για ότι θεωρούνται δουλειές μίας αληθινής εργατικής τάξης, οι δουλειές των ναυπηγίων και των μεγάλων μηχανοκίνητων εργοστασίων – δουλειές που χαρακτήρισαν αρκετά – αλλά όχι όλη- την αγορά εργασίας της Γλασκώβης τις πρώτες πέντε με έξι δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Αυτή δεν είναι μόνο μία μάλλον αρσενική κατανόηση της δουλειάς, αλλά επίσης μάλλον μία εργατίστικη που παραμελεί την έκταση στην οποία χαμηλότερης ποιότητας δουλειές υπηρεσιών (όπως επίσης και «βιομηχανικές» δουλειές) ήταν από καιρό αναπόσπαστο μέρος της επαγγελματικής ζωής στην Πόλη. Επίσης αγνοεί τον βαθμό στον οποίο η αναδιάρθρωση ήταν πάντα χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών αγορών εργασίας. Οι πανηγυρισμοί για την ιστορία και την πάλη της εργατικής τάξης είναι ένα πράγμα, και ο ρομαντισμός για τη φρίκη της ζωής στο εργοστάσιο άλλο πράγμα. Υπάρχει και ένα άλλο – σχετιζόμενο – πρόβλημα με την ανάλυση των Εργαζομένων της Πόλης. Ενώ τα υποτιθέμενα προνόμια που θα έρθουν στην πόλη με τις επενδύσεις εξαγορών αμφισβητούνται σωστά, στην κριτική τους του πολυεθνικού και εξωτερικού κεφαλαίου ως επιχείρημα υπεράσπισης των «ντόπιων» φιρμών, ειδικά των μικρών τοπικών εταιρειών, ήταν λες και σαν να υποσχέθηκαν περισσότερα για το «ευρύ κοινό» της Γλασκώβης.

Ενώ η στερνή μας γνώση είναι θαυμάσια,εν τούτοις οι επικριτές της Γλασκώβης 1990 υποτιμήσανε το βαθμό τον οποίο ο ιδιωτικός τομέας και η αγορά θα έρχονταν να παίξουν  ένα τέτοιο στρατηγικό ρόλο στη διαμόρφωση των αστεακών πολιτικών για τη Γλασκώβη στα χρόνια που ακολούθησαν. Αλλά τα ερωτήματα που εγείρονται για το «1990», και τα επιχειρήματα για το πως η πολιτιστική αναγέννηση θα έκανε λίγα ή  τίποτα για την τεράστια πλειοψηφία των κατοίκων της Γλασκώβης σίγουρα επιβεβαιώνονται και από μία σύντομη ανάλυση των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Πόλη από την περίοδο του 1990.

«Ορισμένες Αβάσταχτες Πραγματικότητες»

Χαίρομαι που βρίσκομαι πίσω εδώ στην Γλασκώβη, υπενθύμισε σε όλους μας ο John Reid… Πόσο έκπληκτος ήταν το 1992 όταν η Γλασκώβη ήταν Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα. «Η Γλασκώβη χαμογελάει» ήταν το σύνθημα. Λοιπόν, ρίξτε μία ματιά γύρω στην Πόλη. Όπως ο Jack McConnell είπε χθες, υπάρχουν πολλά περισσότερα για να χαμογελάσεις αυτές τις μέρες. (Prescott, 2003)

 

Σύγχυση των συνθημάτων και των ημερομηνιών μαζί, τα σχόλια από τον αναπληρωτή Πρωθυπουργό John Prescott (και Σκωτζέζο Πρώτο Υπουργό McConnell) σε συνέδριο στη Γλασκώβη το Φεβρουάριο του 2003, υποδυκνύουν μία αξιοσημείωτη άγνοια της πραγματικοτήτας της ζωής για αρκετούς στη Γλασκώβη σήμερα.

Στα τέλη του ’90, οι Danson και Mooney διερευνήσανε την ιδέα ότι η Γλασκώβη είχε γίνει μία «διττή Πόλη», χαρακτηριζόμενη από την πολιτιστικά καθοδηγούμενη αναγέννηση, φυσική ανανέωση στο κέντρο της Πόλης μαζί με τα μεγάλα περιφερειακά ακίνητα στέγασης στην Πόλη για την εργατική τάξη, τα οποία πολύ συχνά περιγράφονται ως τέλματα κατοικίας της εξάρτησης, της φτώχειας και του εγκλήματος (Mooney & Danson, 1997; Danson & Mooney, 1998). Απορρίπτοντας την έννοια της διττής πόλης ως ανεπαρκής υποστήριξαν ότι απέτυχε να συλλάβει τις σύνθετες σχέσεις μεταξύ ανάπτυξης και παρακμής της πόλης, ότι υπάρχει μία σχέση μεταξύ της πολιτιστικά καθοδηγούμενης ανάπλασης και της αυξανόμενης κοινωνικής πόλωσης στον πληθυσμό της Γλασκώβης σε όλη τη δεκαετία του ’90 και στις αρχές της δεκαετίας ’00. Αν και η αφήγηση της διττής πόλης έχει σε μεγάλο βαθμό παραμεριστεί τα τελευταία χρόνια, γίνεται ακόμα συζήτηση στη Γλασκώβη περί «δίδυμης τροχιάς» ή «δύο κατηγοριών» πόλης: ένα μέρος επιχειρηματικής ζωντάνιας, τουρισμού, δραστηριότητας λιανικού εμπορίου και πολιτιστικών φεστιβάλ εν μέσω μεγάλης κλίμακας φτώχειας και παρακμής που χαρακτηρίζει μεγάλα μέρη της Πόλης σήμερα. Τα «χωρικά διλλήματα» μεταξύ του κέντρου της πόλης και των ακινήτων στην περιφέρεια, για να δανειστούμε την ορολογία της Garcia, συνεχίζουν να είναι χαρακτηριστικό του τοπίου της Γλασκώβης (Garcıia, 2004, p.104). Ο Kantor προσφέρει μία άλλη οπτική θέσης σε αυτό, υποστηρίζοντας ότι η «διττή αστεακή στρατηγική» έχει υιοθετηθεί από τους οργανισμούς οικονομικής ανάπτυξης της Πόλης που ανταγωνίζονται για ιδιωτικές επενδύσεις «ενώ ψάχνονται απεγνωσμένα για προγράμματα που ασχολούνται με τις κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της στρατηγικής… ενισχύουν το κέντρο της πόλης ως μία πολιτιστική πρωτεύουσα καθώς φροντίζουν για τις κοινωνικές αθλιότητες της παρακμής μέσω κοινωνικών προγραμμάτωνν γειτονιάς» (Kantor, 2000, σελ. 807–808).

Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες σήμερα στην Γλασκώβη, για να δανειστούμε τη φρασεολογία του Kelman πιο πάνω, των «ορισμένων δυσβάσταχτων πραγματικοτήτων». Όπως οι Mooney & Johnstone σημειώνουν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η θέση της Γλασκώβης ως μία από τις πιο χτυπημένες από τη φτώχεια πόλεις στο ΗΒ, επιβεβαιώθηκε χρόνο με το χρόνο ξανά από πετυχημένες αναφορές, έρευνες και ακαδημαϊκές μελέτες. Η Γλασκώβη συχνά απεικονίστηκε ως μία «πόλη στην κρίση» (Mooney & Johnstone, 2000,σελ. 173–175). Το «πρόβλημα» της Γλασκώβης δεν έχει περιορισθεί ως αποτέλεσμα της Σκωτζέζικης Αποκέντρωσης του 1999. Χτυπημένη σκληρά από την τοπική αναδιοργάνωση της κυβέρνησης το 1996, η οποία μετέφερε και οικονομικούς πόρους και πληθυσμό, υπάρχει μία αυξανόμενη κόντρα σχετικά με το ότι η Αποκέντρωση έχει φέρει μεγάλα οφέλη για το «Εδιμβούργο» εις βάρος της «Γλασκώβης». Τέτοιοι ισχυρισμοί έχουν ευρέως προβληθεί στον τύπο και στις ακαδημαϊκές μελέτες (βλέπε για παράδειγμα Fraser, 2003; Khan, 2003a; Sunday Herald, 2002; Turok και άλλοι., 2003).

Η αγορά εργασίας στη Γλασκώβη έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές στα πρόσφατα χρόνια. Από το να είναι η αρχετυπική βιομηχανική πόλη, και αναμφισβήτητα η πιο προλεταριοποιημένη από όλες τις πόλεις του ΗΒ, το 2003, το 82,5% της εργατικής της δύναμης κατέληξε να αποσχολείται στις υπηρεσίες (Slims, 2003). Μεταξύ 1991 και 2001 η απασχόληση στις υπηρεσίες αυξήθηκε κατά 33% (OECD, 2002, σελ. 45) με μία αύξηση 46% στην απασχόληση στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μεταξύ 1991/3 και 1999/2001 (Turok κ.α., 2003, σελ. 21–22). Επιπροσθέτως υπήρξε επίσης μία σημαντική αύξηση στην απασχόληση στην «φιλοξενία», στους τομείς τουρισμού, λιανικού εμπορίου και τομέα αναψυχής, αξιοσημείωτα ως πηγές των πιο φτωχών κακοπληρωμένων, περιστασιακών και «απορρυθμισμένων» μορφών δουλειάς. Η Πόλη είχε ορισμένες επιτυχίες στην προσέλκυση μεγάλων επιχειρήσεων τηλεφωνικών κέντρων κατά τη διάρκεια των μέσων της δεκαετίας του ’90 (βλ. OECD, 2002, σελ. 37–38; Turok κ.α., 2003, 2004) αλλά το 2002-2004 όπως παντού στο ΗΒ, χτυπήθηκε από το κλείσιμο ενός αριθμού εξ αυτών καθώς μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό.

Πολλά έχουν γίνει αυτά τα τελευταία χρόνια, η Γλασκώβη απολαμβάνει κάποια οικονομική ανάπτυξη και καταφέρνει να αποφύγει μερικές από τις χειρότερες επιπτώσεις της ύφεσης που επηρεάζει άλλα μέρη του ΗΒ. Στην μελέτη του της «αστεακής αναγέννησης» στη Γλασκώβη, ο OECD ισχυρίζεται  ότι η οικονομία στην πόλη ήταν «έντονη» για περισσότερο από 3 δεκαετίες (OECD, 2002, p. 27). Το μήνυμα που προωθείται από το Δημοτικό Συμβούλιο και άλλους παράγοντες είναι πως η Γλασκώβη είναι στα πάνω της. Σε αναφορές όπως «Αισιόδοξη Γλασκώβη» (GCC/ Σκωτζέζικο Επιχειρηματικό Επιμελητήριο 2001) και «Συνεχιζόμενη Ευημερία της Γλασκώβης» (Οικονομικό Φόρουμ Γλασκώβης 2003) η εικόνα που σκιαγραφείται είναι πως η Γλασκώβη έχει απολαύσει μία «οικονομική αναγέννηση» αλλά για να συνεχιστεί αυτή, η ανταγωνιστικότητα πρέπει να αυξηθεί. Ωστόσο , ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 υπάρχει κάτι σαν «ανάκαμψη» στις οικονομικές τύχες της Πόλης συνολικά, σε όρους δημιουργίας απασχόλησης , ανησυχίες έχουν εκφραστεί πως η βάση αυτής είναι «στενή» (και πιθανών επίση βραχυπρόθεσμη ή/και κυκλική) με αρκετά από τα οφέλη να προσπερνάνε αυτούς τους κατοίκους που δεν διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες για τις νέες υπηρεσίες που εδρεύουν στην Πόλη (βλ. Turok κ.α., 2003, 2004). Ο OECD σημείωσε ότι το 50% των εργασιών καταλήγουν σε μη-κατοίκους της Γλασκώβης (OECD, 2002, p. 41).

Η ευημερία που δημιουργήθηκε από την «αναγέννηση» σίγουρα προσπέρασε ένα ουσιαστικό ποσοστό του πληθυσμού της Γλασκώβης. Εν μέσω της κραυγής που ανακοινώνει πως η Πόλη απολαμβάνει μία «έκρηξη απασχόλησης» τα τελευταία χρόνια, υπάρχει αυξανόμενη μαρτυρία βαθιά ριζωμένης ανεργίας. Το 2001, η Πόλη είχε ένα οικονομικό ανενεργό ποσοστό του πληθυσμού στο 32% (123,000 άνθρωποι), πολύ παραπάνω από αυτό της Σκωτίας (25%) και του ΗΒ (24%) (Πηγή: Slims, 2003), και ένα ποσοστό απασχόλησης 61% το οποίο είναι από τα χαμηλότερα στο ΗΒ. Η Beatty και οι συνάδελφοί της εκτιμούνε ότι το πραγματικό επίπεδο της ανεργίας στη Γλασκώβη το 2002 ήταν 26,6% συγκρινόμενο με αυτό του Εδιμβούργου 10,6% και του μέσου εθνικού του 9,5% (Beatty κ.α., 2002). Αυτό εξηγείται από μία σημαντική αύξηση στα επιδόματα σχετιζόμενα με ασθένεια, με 72,000 ανθρώπους σε επιδόματα ασθένειας και αναπηρίας μόνο (πηγή: Turok κ.α. 2003, p. 37). Συνολικά , το 34% του πληθυσμού της Γλασκώβης διεκδικούσε ένα σημαντικό επίδομα το 2001/2002 (Πηγή:Kenway et al., 2002, p. 27).

Το ότι Η Γλασκώβη έχει ένα αξιόλογο αριθμό του πληθυσμού που λαμβάνει επιδόματα ασθένειας αναμφισβήτητα δεν αποτελεί έκπληξη. Φτωχή υγεία, και υψηλή θνησιμότητα είναι από καιρό ένα χαρακτηριστικό της Γλασκώβης, η οποία έχει το υψηλότερο ποσοστό πρόωρων θανάτων στο ΗΒ και στον πίνακα της ένωσης των εκλογικών περιφερειών του ΗΒ, η Γλασκώβη καταλαμβάνει τις επτά από τις δέκα πρώτες θέσεις  στους πρόωρους θανάτους και στους θανάτους λόγω ασθενειών (Shaw κ.α., 1999). Το ζηλευτό ρεκόρ της Γλασκώβης ενισχύεται  περαιτέρω και από μία πρόσφατη αναφορά του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Σκωτίας που δείχνει πως ενώ η διάρκεια ζωής στο ΗΒ αυξάνει, σε μέρη της Γλασκώβης μειώνεται. Οι άνδρες που ζούνε στη φτωχότερη εκλογική περιφέρεια του ΗΒ, το Shettleston, έχουν  προσδόκιμο ζωής στα 63 χρόνια, δέκα χρόνια λιγότερο από το μέσο όρο στη Σκωτία και 14 χρόνια λιγότερο από αυτό του ΗΒ. Η Αναφορά καταλήγει ότι το χάσμα υγείας μεταξύ των πλουσιότερων και φτωχότερων τμημάτων της Γλασκώβης αυξήθηκε (NHS Health Scotland, 2004; Βλ.επίσης Henderson, 2004; Smith, 2004).

Ήδη έχει επισημανθεί πως για τους επικριτές της πολιτιστικά καθοδηγούμενης αναγέννησης της Γλασκώβης, αυτή η στρατηγική θα επέφερε λίγα οφέλη σε όρους μείωσης των επιπέδων της φτώχειας στην Πόλη, αλλά και το πιο σημαντικό όλες αυτές οι αφηγήσεις της «πολιτιστικής πόλης» και της «νέας Γλασκώβης» θα συνεισφέρανε στην επιδείνωση της φτώχειας και αύξησης των δεινών, όπως επίσης και στην περιθωριοποίηση της σημασίας τους ως προβλήματα που απαιτούν περισσότερο εκτεταμένη παρέμβαση. Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η Γλασκώβη έχει μερικές από τις μεγαλύτερες και εντονότερες γεωγραφικές συγκεντρώσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο ΗΒ (Brown κ.α., 2002; Kenway κ.α., 2002; Shaw κ.α., 1999). Έρευνα για την Κυβέρνηση της Σκωτίας έδειξε ότι περισσότερες από τις μισές εκλογικές περιφέρειες της Πόλης ήταν στο φτωχότερο 10% της Σκωτίας ως σύνολο, και περίπου το 55% ολόκληρου του πληθυσμού ζούνε σε περιοχές κατηγοριοποιημένες ως υποβαθμισμένες. Η Γλασκώβη αναφέρεται για τις 16 από τις 20 πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Σκωτίας (Social Disadvantage Research Centre, 2003). Το 2004, η Γλασκώβη αναφέρονταν για τις 17 φτωχώτερες περιοχές της Σκωτίας (Scottish Executive, 2004a). Σε μία πρόσφατη μελέτη σύγκρισης των απογραφών του 1991 και του 2001, ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Sheffield υπολόγισαν πως το 41% όλων των νοικοκυριών της Γλασκώβης ζούνε σε καθεστώς φτώχειας (Dorling & Thomas, 2004). Σχετικά με την παιδική φτώχεια, τέσερις εκλογικές περιφέρειες της Γλασκώβης είχαν ποσοστό παιδικής φτώχειας πάνω από 80% το 2001 (Kemp, 2002) και το 42% όλων των μαθητών δικαιούνται δωρεάν σχολικών γευμάτων, ανερχόμενο πάνω από το 75% σε ορισμένα μέρη (Brown & Phillips, 2002, σελ. 16).

Θα ήταν μικρής δυσκολίας το να γεμίσω ολόκληρο το άρθρο με περισσότερα καταραμένα στατιστικά παρόμοιας απόχρωσης. Αυτό δεν είναι ένας διεστραμένος θρίαμβος όλων αυτών που πήγαν στραβά για τη Γλασκώβη, ή μία προσπάθεια να φανεί μόνο η «άσχημη πλευρά». Αλλά αυτό που δείχνει η απόδειξη αυτή εδώ είναι ότι οι ισχυρισμοί της «αναγέννησης» και «ανανέωσης» είναι μάλλον αμφισβητίσιμοι, για να το θέσω ήπια.

Γλασκώβη 1990: Κληρονομιά και Ερωτήματα

Η διαρκή κληρονομιά της Γλασκώβης 1990 είναι εμφανής με διαφορετικούς και αντιφατικούς τρόπους. Ο κυρίαρχος ρόλος της αγοράς στη διαμόρφωση της αστεακής πολιτικής είναι μεταξύ των πιο προφανών κληρομιών, αντανακλώμενη στη συνεχή δέσμευση σε μία στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης οδηγούμενη από την αγορά και με επαναλαμβανόμενη έμφαση στο μάρκετινγκ και στις ενισχυτικές πολιτικές (για παράδειγμα, Γλασκώβη: Ευρωπαϊκή Πόλη της Αρχιτεκτονικής,1999 · Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα του Αθλητισμού, 2003) και στην ανανέωση του επώνυμου ονόματος (“rebranding”). Σε άλλες απόψεις, τα επιχειρήματα πως το «Μοντέλο της Γλασκώβης» μπορεί να δουλέψει για να παράγει ευημερία και να αντιμετωπίσει κοινωνικά προβλήματα όπως η φτώχεια έχουν επίσης επανεμφανιστεί στη νέα γλώσσα της «ανταγωνιστικότητας και συνοχής» που χαρακτηρίζει τώρα τις συζητήσεις της αστεακής πολιτικής στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ( βλ.Turok κ.α., 2003, 2004).

Υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα του πως αντιλαμβανόμαστε τις στατηγικές μάρκετινγκ τόπου και την πολιτιστικά καθοδηγούμενη αναγέννηση όπως αυτές που αναπτύχθηκαν στη Γλασκώβη. Η ιδέα ότι φεστιβάλ της ΕΠΠ και παρόμοιων εμβληματικών εκδηλώσεων δεν μπορούν να κάνουν οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να προσδώσουν μία λάμψη στη Γλασκώβη εγείρουν υποψίες. Δεν είναι για να επιχειρηματολογήσουμε αν θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν τη Γλασκώβη ή αν σκόπευαν σε αυτό. Αλλά, χρειάζεται να προχωρήσουμε πέρα από αυτό και να αναλύσουμε αυτές τις στρατηγικές ως μέρος μίας ευρύτερης νεοφιλελεύθερης και οδηγούμενης από την αγορά ατζέντας η οποία αναζητεί να προωθήσει την αναγέννηση μέσω της δημιουργίας πλούτου. Οι εξελίξεις στη Γλασκώβη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 δεν συνέβησαν σε ένα οικονομικό ή πολιτικό κενό αλλά στο πλαίσιο μίας ευρέου φάσματος επίθεσης στα επίπεδα διαβίωσης των λιγότερο πλούσιων. Το 1990, για να μην ξεχνάμε, ήταν το αποκορύφωμα του Θατσερισμού (αν όχι της ίδιας της Θάτσερ). Η νεοφιλελεύθερη αστεακή ατζέντα που καθοδηγεί τη Γλασκώβη εκπονείται επίσης διεθνώς. Συνεπώς, είναι λιγότερο θέμα επιτυχίας ή αποτυχίας της ΕΠΠ και παρόμοιων στρατηγικών, είναι περισσότερο υλοποίηση αυτού που θα μπορούσε να είναι σχεδόν μία μορφή «αντιστροφής» της πόλης. Η Γλασκώβη 1990 ΕΠΠ, μαζί με άλλα γεγονότα και βραβεία που η Πόλη έχει λάβει τα τελευταία 14 χρόνια δεν αφορούν την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων της Γλασκώβης, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, τις ανισότητες και τη φτώχεια. Αν και ξανά πρέπει να πάμε παραπέρα για να αναγνωρίσουμε τις συνδέσεις, τις σχέσεις, μεταξύ των ειδών στρατηγικής αστεακής ανάπλασης που υιοθετήθηκαν στη Γλασκώβη (και τώρα αντιγράφονται σε όλη την Ευρώπη) και των κοινωνικών προβλημάτων που σπαράσσουν την Πόλη σήμερα.

Στις αφηγήσεις που αναπτύχθησαν από αυτούς που υποστηρίζουν το μάρκετινγκ της πόλης και την επανα-φαντασίωση, πόλεις όπως η Γλασκώβη είναι όλες τόσο συχνά πραγμοποιημένες και παρουσιάζονται ως ομογενείς τόποι κοινών συμφερόντων. Αλλά η «Γλασκώβη» δεν «κάνει» πράγματα, δεν είναι ένας παράγοντας και δεν είναι η «Γλασκώβη» που «κερδίζει» ή «χάνει», ή υποβάλλεται σε μία «ανανέωση», αλλά συγκεκριμένες (και αν οι πρόσφατες μαρτυρίες γίνοται αποδεκτές, όλο και λιγότερες) ομάδες των πολιτών της που ζούνε σε συγκεκριμένα τμήματα της Πόλης. Ο τύπος της στρατηγικής που υιοθετείται στη Γλασκώβη – το «μοντέλο της Γλασκώβης» – έχει συνεισφέρει στην επιδείνωση των επιπέδων φτώχειας και αποστέρησης και στο βάθεμα των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν την Πόλη σήμερα. Αυτό έχει γίνει αρχικά από την κατασκευή του μέλλοντος της Γλασκώβης – και του μέλλοντος δεκάδων χιλιάδων κατοίκων της – ως χαμηλόμισθων, ως μία εργατική δύναμη ευγνωμονούσας για τα ψίχουλα από τα τραπέζια των επιχειρηματιών και των επενδυτών για τους οποίους τόσο πολύ προσπάθεια έχει καταναλωθεί στην προσέλκυση και το χάϊδεμά τους – και περιθωριοποιόντας και αποκλείοντας κάθε εναλλακτική στρατηγική βασισμένη σε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας δημοσίου τομέα σε βιώσιμες και κοινωνικά χρήσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες. Ενώ ευχόμαστε να αποφύγουμε κάθε ρομαντισμό της βιομηχανικής απασχόλησης, εν τούτοις είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή αναφέρεται στο λιγότερο από το 10% της απασχόλησης στην Πόλη (source: OECD, 2002, σελ. 46). Φαίνεται ότι λίγες προσπάθεις έχουν γίνει για να διασφαλιστεί ποιοτική βιομηχανική απασχόληση του τύπου που θα μπορούσε να είναι ελκυστική σε αρκετούς από αυτούς που είναι εκτός εργασίας και θα μπορούσε να προσφέρει πλήρους ωραρίου, βιώσιμες εργασίες καλύτερης ποιότητας από την προσφορά της οικονομίας του «καπουτσίνου» που είναι τώρα το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του κέντρου της πόλης.

Επιτυχημένοι ακαδημαϊκοί και άλλοι «ειδικοί» του άστεως από όλο τον κόσμο έχουν επισκεφθεί τη Γλασκώβη για να δώσουν την ετυμηγορία τους για την Πόλη και για να προσδιορίσουν τις «ανάγκες της Γλασκώβης» (βλ. Darroch, 2002; OECD, 2002; Glaeser, 2004;Tinning, 2004). Αποδυκνύεται, πως αυτό που χρειάζεται, είναι περισσότερο εξειδικευμένο και ανταγωνιστικό εργατικό δυναμικό, περισσότερες εμβληματικές ατραξιόν, μία στρατηγική «θαλάσσιου μέτωπου» (για παράδειγμα η ανάπτυξη του Λιμανιού της Γλασκώβης 500 εκατομμύριων λιρών προσωρινά υπό κατασκευή) και καλύτερες υποδομές. Η αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών της Πόλης έρχεται μετά, ως φτωχός συγγενής.

Καθώς η «νέα Γλασκώβη» παρουσιάζεται στον κόσμο ως ένα μέρος στο οποίο πραγματοποιήθηκε ένα «γρήγορο κέρδος» για όλη την πόλη, ομάδες κοινοτήτων, ενώσεις ενοικιαστών και συνδικαλιστές συνεχίζουν να αγωνίζονται και να καλούν σε αγώνα ενάντια σε άλλες πτυχές της πρόσφατης «αναγέννησης» της Πόλης, το κλείσιμο των βιβλιοθηκών και άλλων δομών των τοπικών κοινοτήτων, την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής κατοικίας μέσω μεταβιβάσεων μετοχών, τον «εκσυγχρονισμό» της λειτουργίας του ΕΣΥ που θα δει το κλείσιμο μερικών νοσοκομείων και την ιδιωτικοποίηση ολόκληρου του συστήματος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ενώ θα ήταν λάθος να προταθεί ότι καμία ομάδα κοινότητας δεν οφελήθηκε από τη χρηματοδότηση και τις δομές που διατεθήκανε μέσω των στρατηγικών πολιτιστικής ανάπλασης, συγχρόνως κοινότητες έχουν κινητοποιηθεί με άλλους τρόπους για να απορρίψουν δημόσιες πολιτικές στη Γλασκώβη. Μεταξύ των πιο αξιοσημείωτων επεισοδίων της αντίστασης της κοινότητας τα πρόσφατα χρόνια, σε μία Πόλη ιστορικά αναγνωρισμένη για τους αγώνες και τις διαμαρτυρίες της κοινότητας, ήταν η εκστρατεία για τη διάσωση της δημόσιας πισίνας της Govanhill από το κλείσιμο το 2001 και 2002, την περίοδο που η Γλασκώβη επιλέγοταν ως υπεύθυνη για την Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα του Αθλητισμού, 2003! (www.savourpool.com) Εδώ οι αντιφάσεις της ανάπλασης της Γλασκώβης εκτίθονται ξεκάθαρα. Αφού αγωνίστηκαν μάταια εναντίον της ανάπτυξης του αυτοκινητοδρόμου Μ77, οι ακτιβιστές της κοινότητας τώρα ετοιμάζονται να αντισταθούν στις προτάσεις επέκτασης, μέσα από την καρδιά της South Side της Γλασκώβης, (με μαζικό κόστος) του αυτοκινητοδρόμου Μ74 (www.jam74.org.uk) – μία πρόταση, που όπως ενημερωνόμαστε, θα είναι «καλή για τη Γλασκώβη» και «ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της ευημερίας της οικονομίας της Γλασκώβης» (σε μία πόλη με το χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκτησίας αυτοκινήτου στο ΗΒ).

Συμπεράσματα

Η πολιτική του πολιτισμού έπαιξε σημαντικό ρόλο στο όραμα της ανανέωσης της οικονομίας της Γλασκώβης. Αυτή τώρα εκλαμβάνεται με πρόσθετες διαστάσεις και από μία νέα δύναμη που υπάγεται στους Νέους Εργατικούς για τους οποίους ο «πολιτισμός» προσδιορίζεται πλέον ως «δημιουργικό κίνητρο» για την οικονομική ανάπτυξη (Hughson & Inglis, 2001, σελ. 459) ενώ η Κυβέρνηση της Σκωτίας έχει δώσει έμφαση στον «πολιτισμό» ως ένα από τα μέσα προώθησης της «κοινωνικής συνοχής» (Scottish Executive, 2004b). Παρόμιοι ισχυρισμοί επίσης γίνονται, αν και σε διαφορετική γλώσσα, για το ρόλο που ο πολιτισμός μπορεί να παίξει στα προγράμματα αστεακής ανάπλασης. Όπως ο Kantor σημειώνει, η στρατηγικής της αναγέννησης της Γλασκώβης ήταν ουσιαστικά μία άσκηση πολιτικής ενίσχυσης τύπου ΗΠΑ «που διευκολύνει τα εμπορικά συμφέροντα του κέντρου της πόλης» και η οποία «μειώνει την προσοχή από τα ζητήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης στην ανάπτυξη» (Kantor, 2002, σελ. 803). Με αυτή την έννοια, η πολιτιστικά καθοδηγούμενη αναγέννηση και οι στρατηγικές αναδόμησης της εικόνας είναι μέρη μίας νέας διακυβέρνησης της Πόλης, στην οποία διαφορετικοί εταίροι κινητοποιούνται για να δουλέψουν μαζί στην αλλαγή της αστεακής διαχείρισης και «μεταμόρφωσης». Αυτή είναι μία βασική πτυχή των επικρίσεων στην αστεακη πολιτιστική πολιτική της Γλασκώβης. Ενώ αυτές που δόθηκαν από την Ομάδα Εργαζομένων της Πόλης έχουν ευρεώς διαδοθεί , τα ερωτήματα που τέθηκαν για τις στρατηγικές πολιτιστικής αναγέννησης της Γλασκώβης, θα υποστήριζα, ότι είναι και τα ερωτήματα κλειδιά που πρέπει να τεθούν στο Λίβερπουλ σήμερα: ποιανών και ποιο Λίβερπουλ γιορτάζει? Ποιανών ιστορία κυριαρχεί – και ποιανών ιστορία περιθωριοποιείται? Ποιοι θα επωφεληθούν περισσότερο από το έπαθλο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας του 2008? Η Γλασκώβη και το Λιβερπουλ είναι τόποι αντιθέσεων, διαχωρισμού, ανισοτήτων, μεγάλου πλούτου και τεράστιας φτώχειας. Το Λίβερπουλ 2008 θα οφελήσει ορισμένους ανθρώπους, όπως η Γλασκώβη 1990, αλλά αυτός είναι ο μόνο δρόμος για τις πόλεις μας? Στην καρδιά αυτής της συζήτησης βρίσκεται το θέμα του τι είδους πόλης θέλουμε, και πως το πετυχαίνουμε. Δεν είναι μία απλή αντιπαράθεση μίας επιστροφής σε ένα είδος μυθικού βιομηχανικού, κατασκευαστικού παρελθόντος εναντίον της οικονομίας των υπηρεσιών που κυριαρχεί και στις δύο πόλεις σήμερα. Αλλά είναι θέμα ερωτημάτων εξουσίας, ποιος παίρνει τις αποφάσεις, ποιος εντάσσεται και ποιος περιθωριοποιείται. Η Γλασκώβη και το Λίβερπουλ είναι πλούσιες πόλεις, αν και ο πλούτος απέχει μακρά μίας δίκαιης διανομής. Είναι παρατραβηγμένο το επιχείρημα ότι εδώ ακριβώς βρίσκεται μέρος της απάντησης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων που είναι χαρακτηριστικές και για τις δύο πόλεις σήμερα?

 

 

Βιβλιογραφία

Beatty, C., Fothergill, S., Gore, T. & Hamilton, A. (2002) The Real Level of Unemployment, Sheffield:Sheffield Hallam University Centre for Regional Economic and Social Research.

Bianchini, F. (1990) Urban Renaissance? The arts and the urban regeneration process, in:MacGregor & B. Pimlott (Eds) Tacking the Inner Cities (Oxford: Clarendon Press).

Bianchini, F. & Parkinson, M. (Eds) (1993) Cultural Policy and Urban Regeneration: The WestEuropean Experience (Manchester: Manchester University Press).

Boyle, M. & Hughes, G. (1991) The politics of the representation of ‘the real’: discourses from the Lefton Glasgow’s Role as European City of Culture, 1990, Area, 23(3), pp. 217–228.

Brown, U. & Phillips, D. (2002) ‘Even the Tatties Have Batter’: Free Nutritious Meals for all Childrenin Scotland (Glasgow: Child Poverty Action Group).

Brown, U., Scott, J., Mooney, G. & Duncan, B. (Eds) (2002) Poverty in Scotland 2002: People, Placesand Policies (Glasgow/London: Scottish Poverty Information Unit/Child Poverty Action Group).

Damer, S. (1989) Glasgow: Going for a Song (London: Lawrence and Wishart).

Danson, M. & Mooney, G. (1998) Glasgow: a tale of two cities: disadvantage and exclusion on theEuropean periphery, in: P. Lawless, R. Martin & S. Hardy (Eds) Unemployment and SocialExclusion (London: Jessica Kinglsey).

Darroch, V. (2002) Welcome to Glasgow . . . a modern renaissance city, Sunday Herald, 7 April.

Dorling, D. & Thomas, B. (2004) People and Places: A 2001 Census Atlas of the UK (Bristol: PolicyPress).

Fraser, D. (2003) The trouble with Glasgow, Sunday Herald, 9 November.

Garcı´a, B. (2004) Urban regeneration, arts programming and major events: Glasgow 1990, Sydney2000 and Barcelona 2004’, International Journal of Cultural Policy, 10(1), pp. 103–116.

Gomez, M. (1998) Reflective images: the case of urban regeneration in Glasgow and Bilbao,International Journal of Urban and Regional Research, 22(1), pp. 106–121.

Glaeser, E. (2004) Which way to the new Scotland?’, Sunday Herald, 15 February.

Glasgow City Council/Scottish Enterprise Glasgow (2001) Upbeat Glasgow (Glasgow: GCC/SEG).

Glasgow Economic Forum (2003) Glasgow’s Continuing Prosperity (Glasgow: Glasgow EconomicForum).

Glasgow 1990 Festivals Office (1990) Final Quarterly Guide (Glasgow, Glasgow District Council).

Henderson, D. (2004) Sickness of an ill-divided nation, The Herald, 13 March.

Holcomb, B. (1993) Revisioning place: de- and re-constructing the image of the industrial city, in:Kearns & C. Philo (Eds) Selling Places (London: Pergamon).

Hughson, J. & Inglis, D. (2001) Creative Industries and the arts in Britain: towards a third way in culturalpolicy?, Cultural Policy, 7(3), pp. 457–478.

Kantor, P. (2000) Can regionalism save poor cities? Politics, institutions and interests in Glasgow,

Urban Affairs Review, 35(6), pp. 794–820.

Kelman, J. (1992) Some Recent Attacks (Stirling: AK Press).

Kemp, D. (1990) Glasgow 1990: The True Story Behind the Hype (Glasgow: Famedram).

Kemp, P. (2002) Child Poverty in Social Inclusion Areas (Edinburgh: Scottish Executive).

Kenway, P., Fuller, S., Rahman, M., Street, C. & Palmer, G. (2002) Monitoring Poverty and SocialExclusion in Scotland (York: Joseph Rowntree Foundation).

Khan, S. (2003a) A tale of two cities, The Observer, 27 April.

Khan, S. (2003b) What did culture ever do for us? The Observer, 8 June.

MacLeod, G. (2002) From urban entrepreneurialism to a ‘revanchist’ city? On the spatial injustices ofGlasgow’s renaissance, Antipode, 34(3), pp. 602–624.

McLay, F. (Ed) (1988) Workers City: the Real Glasgow Stands Up (Glasgow: Clydeside Press).

McLay, F. (Ed) (1990) Workers City: the Reckoning (Glasgow: Clydeside Press).

Mooney, G. & Danson, M. (1997) Beyond ‘Culture City’: Glasgow as a ‘Dual City’, in: N. Jewson &MacGregor (Eds) Transforming Cities (London: Routledge).

Mooney, G. & Johnstone, C. (2000) Scotland divided: poverty, inequality and the Scottish Parliament,Critical Social Policy, 63, pp. 155–182.

Myerscough, J. (1991) Monitoring Glasgow 1990 (Glasgow: Glasgow City Council/Strathclyde RegionalCouncil and Scottish Enterprise).

NHS Health Scotland (2004) A Health and Well-Being Profile of Scotland 2004 (Edinburgh: NHS HealthScotland).

OECD (2002) Urban Renaissance – Glasgow: Lessons for Innovation and Implementation (Paris:Organisation for Economic Co-operation and Development).

Pacione, M. (2001) Urban Geography (London: Routledge).

Prescott, J. (2003) A Level Playing Field for Public Sector Workers, Speech to Labour’s LocalGovernment, Women’s and Youth Conference, Glasgow, 16 February.

Scott, K. (2004) As the wealth and wealth gaps widen, Glasgow rebrands itself as a city of style,The Guardian, 10 March.

Scottish Executive (2004a) Scottish Index of Multiple Deprivation 2004 (Edinburgh: Scottish Executive).

Scottish Executive (2004b) The National Cultural Strategy (Edinburgh: Scottish Executive).

Social Disadvantage Research Centre (2003) Scottish Indices of Deprivation 2003 (Oxford: Universityof Oxford Department of Social Policy/Scottish Executive).

Shaw, M., Dorling, D., Gordon, D. & Smith, G. D. 1999: The Widening Gap: Health Inequalitiesand Policy in Britain (Bristol: The Policy Press).

Slims (2003) Glasgow 2003 Labour Market Statement (Glasgow: Slims).

Smith, D. (2004) You’ll be lucky to live to 60 here. But it’s not the third world . . . it’s Glasgow’s EastEnd, The Observer, 14 March.

Spring, I. (1990) Phantom Village: The Myth of the New Glasgow (Edinburgh: Polygon).

Sunday Herald (2002) A tale of two cities: how to bridge the great divide, Sunday Herald, 17 March.

Tinning, W. (2004) Will Glasgow flourish like Boston . . . or live in shade like Detroit?’, The Herald,10 February.

Turok, I., Bailey, N., Atkinson, R., Bramley, G., Docherty, I., Gibb, K., Goodlad, R., Hastings, A.,Kintrea, K., Kirk, K., Leibovitz, J., Lever, B., Morgan, J., Paddison, R. & Sterling, R. (2003) Twin

Track Cities? (Glasgow: University of Glasgow Department of Urban Studies/Edinburgh: Heriot-Watt University School of Planning and Housing).

Turok, I., Bailey, N., Atkinson, R., Bramley, G., Docherty, I., Gibb, K., Goodlad, R., Hastings, A.,Kintrea, K., Kirk, K., Leibovitz, J., Lever, B., Morgan, J. & Paddison R. (2004) Sources of cityprosperity and cohesion: the case of Glasgow and Edinburgh, in: M. Boddy & M. Parkinson (Eds)

City Matters: Competitiveness, Cohesion and Urban Governance (Bristol: Policy Press).

Urry, J. (2002) The Tourist Gaze, 2nd edn (London: Sage).[:]

[:en]Από τη Δευτέρα και μετά, ΟΛΟΙ μαζί, δουλεύουμε για την Ελλάδα[:]

[:en]Από τη Δευτέρα και μετά, ΟΛΟΙ μαζί, δουλεύουμε για την Ελλάδα

Μαζί ο διευθύνων σύμβουλος Δ.Σ. Α.Ε. με τον ημιαπασχολούμενο που δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι.

Μαζί ο μεγαλοδημοσιογράφος με τον άνεργο.

Μαζί ο απεργός του Νεωρίου με τον εφοπλιστή μαικήνα

Γιατί χρειάζεται αραγή εθνικό μέτωπο και συνοχή για τη διαπραγμάτευση.

Για αυτό χρειάζεται να σβήσουμε τωρινές και παλιές μνήμες που σπάνε αυτή την εθνική συνοχή.

Γιατί σε αυτό τον «τόπο» είμαστε γεννημένοι στην οδό Ειρήνης

Γιατί  “Η προσευχή των Ελλήνων” αναφέρει πως είναι του Θεού όλα τα τέκναP1030169.1

Όμως η πλάκα αυτή, σε κομβικό σημείο: στην είσοδο της Άνω Σύρου από τον Σαν Τζώρτζη, έχει νεκρούς μόνο “Στρατιώτες” όπως μας ενημερώνει και το http://www.katholikoskosmos.gr/index.php/archive/3-maincategory/30-ellines-katholikoi-pesontes

που πέσανε σε πολύ συγκεκριμένα σημεία (Βίτσι και Αραχοβούνι Αχαϊας 1947,1948).P1030164.1P1030163.1

Ο  όρος “Στρατιώτες” σημαίνει στρατιώτες του “Εθνικού Στρατού”, και όχι αντάρτες, ληστοσυμμορίτες κλπ. Άρα δεν είναι όλα τα τέκνα του θεού…όποιος Θεός κι αν είναι, των ορθοδόξων ή των καθολικών, των μουσουλμάνων ή των βουδιστών…Έστω και αν νεκροί από την Άνω Σύρο υπήρχαν από τη μία πλευρά. Έστω και αν είναι απλώς μία μνήμη από μία ακόμη ξεκληρισμένη οικογένεια.

Όμως  υπάρχει και κάποια άλλη πλάκα στο νησί που να αναφέρετε στους νεκρούς και της άλλης πλευράς; που πεθάνανε για την “λαοκρατία” και δεν πέσανε για την “ειρήνη”;

Έτσι και αλλιώς ορισμένοι δεν θέλουμε να ξεχνάμε, και δεν προτιμάμε ισοπεδωτικές συμφιλιώσεις και ισορροπίες που ισοπεδώνουν και εξισώνουν αντάρτες και καπετάνιους με τη Φρειδερίκη.

Προτιμάμε να θυμόμαστε και να ξεχωρίζουμε, χωρίς βέβαια να θεωρούμε πως ακόμα και οι συγκεκριμένοι νεκροί της πλάκας ή και πολλοί άλλοι από την πλευρά του “εθνικού στρατού” δεν ήταν στην τελική παρά θύματα της Φρειδερίκης, των Άγγλων και των φοβισμένων αφεντικών.

P1030168.1P1030167

…Την ιστορία την γράφουν οι νικητές, αλλά  η συγγραφή της δεν τελειώνει ποτέ….

Αλλά πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα θυμούνται:

Παρίσι, Μεξικό, Βερολίνο, Βαρκελώνη, Σικάγο, Ισταμπούλ, Κάιρο, αλλά και Σύνταγμα, Πατησίων, πλατεία Βουδ, Μεσολογγίου, Λάρκο, ΕΛΠΕ, Πέραμα, Μανωλάδα, Έβρος, Μεσόγειος

Γιατί καμία Δευτέρα δεν θα μας φέρει Μαζί.

Και ευτυχώς, πρώτα από όλα, Εσείς μας το θυμίζετε.[:]

[:en]Ανακοίνωση Συντονιστικού Σωματείων και Εργαζομένων στις Κυκλάδες 29/6 20:00 4ο Δημ.Σχολείο Συνάντηση, 30/6 19:30 ΙΚΑ Συγκέντρωση[:]

[:en]Μετατρέπουμε το δημοψήφισμα της κυβέρνησης σε ένα μεγάλο εργατικό – λαϊκό

 ΌΧΙ

στη συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων

 

Η κυνική αντεργατική πολιτική Ε.Ε – ΔΝΤ και κεφαλαίου επιδιώκει τη συνέχιση των μνημονίων, της κοινωνικής εξαθλίωσης και της υποταγής του λαϊκού παράγοντα. Το “μένουμε Ευρώπη” των κυρίαρχων μεταφράζεται για το λαό μας σε κινεζοποίηση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, με συντάξεις των 360 ευρώ, με δουλειά μέχρι τα 67, με το 60% της νεολαίας στην ανεργία ή με μισθούς των 450 ευρώ, χωρίς κοινωνικό κράτος και εργασιακά δικαιώματα. Σε αυτόν τον κόσμο μας καλούν να πούμε ένα αυτοκτονικό ναι.

 

Η Ε.Ε, η ευρωζώνη και το ΔΝΤ αποκαλύπτουν σήμερα στον κάθε εργαζόμενο το πραγματικά, αποκρουστικό τους πρόσωπο: αποτελούν μηχανισμούς κοινωνικής εξαθλίωσης προς όφελος των τραπεζιτών, του πολυεθνικού κεφαλαίου και της εγχώριας αστικής τάξης. Οι πολιτικές δυνάμεις που συγκρότησαν τις κυβερνήσεις της προηγούμενης 5ετίας και οι διάφοροι ιδεολογικοί και πολιτικοί παραπόταμοί τους και υπέγραψαν τα μνημόνια που οδήγησαν στην κοινωνική καταστροφή και τώρα απαιτούν να υπογραφεί μια νέα απεχθής συμφωνία που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ολοσχερή κοινωνική καταστροφή τους εργαζόμενους και τη νέα γενιά.

 

Η κυβέρνηση από την άλλη, με το 47σέλιδο κείμενο και τις άλλες προτάσεις που έχει καταθέσει, προτείνει μια νέα συμφωνία-μνημόνιο που περιλαμβάνει  φορολεηλασία των εργαζομένων, χτύπημα των ταμείων και νέο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό, ιδιωτικοποιήσεις, συνέχιση και παγίωση του μνημονιακού πλαισίου των προηγούμενων ετών. Εντάσσει το δημοψήφισμα στην πολιτική του “έντιμου συμβιβασμού” με τους δανειστές που οδηγεί αναπόφευκτα στην παγίδευση του κόσμου της εργασίας στο βάρβαρο πλαίσιο των μνημονιακών μέτρων και των μειωμένων κοινωνικών προσδοκιών και αναγκών.

 

Εμείς θεωρούμε ότι το ΌΧΙ πρέπει να είναι του λαού και των εργαζομένων, ένα ΌΧΙ που θα θέτει στο επίκεντρό του τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας ώστε από την επόμενη Δευτέρα να μπορούμε να παλέψουμε με καλύτερους όρους για την ανατροπή της πολιτικής που οδηγεί στη φτώχεια, την ανεργία και την υποταγή. Ένα ΌΧΙ που δεν θα ενσωματώνεται στους ποικίλους κυβερνητικούς χειρισμούς, αλλά θα μένει πιστό στην αξιοπρέπεια των αγώνων μας και στην ανάγκη της ρήξης με την πολιτική της υποταγής και της εξαθλίωσης του λαού μας.

 

Στο φόβο που επιδιώκουν να καλλιεργήσουν οι κυρίαρχοι κύκλοι με τις ουρές στα σούπερ μάρκετ και τα ΑΤΜ, απαντάμε με την ελπίδα της αυτοοργάνωσης και της μαζικής πάλης. Η εισβολή του λαού στις εξελίξεις είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία ώστε το δημοψήφισμα να γίνει, πριν την Κυριακή, στους δρόμους, στις διαδηλώσεις και στις πλατείες. Για να εμποδίσει το “Κολωνάκι του Μένουμε Ευρώπη” να δημιουργήσει κλίμα φόβου και πανικού στο λαό με στόχο να κυριαρχήσει το ναι στους δολοφόνους και εκβιαστές της ΕΕ και το ΔΝΤ. Για να εμποδίσει την κυβέρνηση να μεταφράσει το ηρωικό και μαχητικό ΟΧΙ που χρειάζεται να πει ο λαός μας, σε συμφωνία με νέο μνημόνιο που θα βασίζεται στις μέχρι τώρα κατατεθειμένες προτάσεις της.

 

Λέμε ένα ξεκάθαρο ΌΧΙ :

 

  • Στη συνέχιση της πολιτικής των Μνημονίων και την υποτίμησης του κόσμου της εργασίας. Εδώ και τώρα κατάργηση όλης της μνημονιακής νομοθεσίας.

 

  • Στην αποπληρωμή του δυσβάσταχτου χρέους. Εδώ και τώρα διαγραφή του χρέους και παύση πληρωμών .

 

  • Στην πολιτική της Ε.Ε και του Δ.Ν.Τ και σε κάθε συμφωνία, δανειακή σύμβαση, μνημόνιο λιτότητας (σχέδιο δανειστών, κυβερνητικές προτάσεις).

 

  • Στην πολιτική της μόνιμης επιτήρησης και στην υπονόμευση της λαϊκής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας.

 

Σε αυτή την κατεύθυνση τα σωματεία και οι σύλλογοι που υπογράφουν αυτή την ανακοίνωση και το Συντονιστικό Σωματείων και Εργαζομένων στις Κυκλάδες καλούν :

 

  1. Τη Δευτέρα 29 Ιούνη, στις 8 το απόγευμα, στο 4ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, όλα τα σωματεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους ηρωικούς απεργούς του Νεωρίου, όλους τους εργαζομένους και τη νεολαία σε συντονισμό της πολιτικής μας παρέμβασης.

 

  1. Την Τρίτη 30 Ιούνη σε πανεργατικό – πανσυριανό συλλαλητήριο, στις 19:30, με σημείο συγκέντρωσης το ΙΚΑ-ΝΕΩΡΙΟ.

 

 

ΟΥΤΕ Δ.Ν.Τ. ΟΥΤΕ ΚΑΙ Ε.Ε., ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΛΑΕ!

 

 [:]

[:en]Περί δημόσιου χρέους και κρίσης: ο Μπάμπης, η Ελένη και κάποιος από παλιά…[:]

[:en]Η μορφολογία του Χρέους

Γιώργος  (χουντικός): «επί Παπαδόπουλου, ο κόσμος έφαγε ψωμί, και δεν χρωστάγαμε τίποτα σε κανένα»

Μαρία (δεξιά): «ο Ανδρέας ήρθε, και έδινε, έδινε στους δικούς τους και στις κλαδικές, και τώρα χρωστάμε τα κέρατά μας»

Μπάμπης( πασόκος εποχής Σημίτη): «ο Καραμανλής διόγκωσε το χρέος μετά το 2004»

Χρήστος (περιπτεράς): με τόσους δημόσιους υπαλλήλους τι να κάνουμε, πώς να τους θρέψουμε?

Ελένη (φοιτήτρια ΔΑΠ, σε εκδρομή στη Μύκονο): αφού δεν παράγουμε τίποτα και ζούμε με δανεικά, τι περιμένεις;

Mαρξ, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850»

«…Αντίθετα η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τα κοινοβούλια, είχε  ΑΜΕΣΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ στη   καταχρέωση του   κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα – ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα – πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μία καινούργια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος, που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεωκοπίας – και που ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους ποιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μιαν ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαια του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής.»

Μαρξ “ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ”, ΤΟΜΟΣ Α – ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ, ΤΟ ΠΡΟΤΣΕΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ

«Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανουφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους του χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Ετσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι τού λεγόμενου εθνικoύ πλούτου, που στoυς σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού είναι το δημόσιο χρέος τους 1. Γι’ αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Κι από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματoς ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης άπέναντι στο δημόσιο χρέος.

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς να ‘ναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στoυς κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δε δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως κι από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργιέται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και στο έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τους προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρίες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία.

Οι στολισμένες με  εθνικούς τίτλoυς μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννησή τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων, που στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που, χάρη στα προνόμια πoυ πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ’ αυτές χρήματα. Γι’ αυτό, η διόγκωση του δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο αυτών των μετοχών αυτών των τραπεζών, που η πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται από την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα της Αγγλίας άρχισε τη δράση της δανείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματά της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντάς το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων. Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμάτων και ν’ αγοράζει ευγενή μέταλλα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε η ίδια, έγινε το νόμισμα, με το οποίο η Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημοσίου χρέους.

Και σαν να μην ήταν αρκετό ότι έδινε με το ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα με τ’ άλλο, έμενε, ακόμα και τη στιγμή που εισέπραττε, αιώνιος πιστωτής του έθνους ως την τελευταία πεντάρα που είχε δώσει. Σιγά σιγά έγινε ο αναπόφευκτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού της χώρας και το κέντρο έλξης όλης της εμπορικής πίστης. Τον ίδιο καιρό που έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν να κρεμούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι η εντύπωση που προκάλεσε στους συγχρόνους τους η ξαφνική εμφάνιση αυτής της φάρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων και σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λχ. του Μπόλινμπροκ2.

Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, που συχνά για τούτον ή για κείνον το λαό αποτελεί μια από τις κρυφές πηγές της πρωταρχικής συσσώρευσης. Έτσι οι προστυχιές του βενετσιάνικου ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτοια κρυφή βάση του κεφαλαιϊκού πλούτου της Ολλανδίας, που η Βενετία της παρακμής της δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις Ολλανδίας και Αγγλίας.  Στις αρχές κιόλας του 18ου αιώνα έχουν υπερφαλαγγιστεί κατά πολύ οι μανουφακτούρες της Ολλανδίας που έχει πάψει να είναι κυρίαρχο εμπορικό και βιομηχανικό έθνος.  Γι’ αυτό από το 1701 ως το 1776 μια από τις κύριες επιχειρήσεις τής Ολλανδίας είναι να δανείζει τεράστια κεφάλαια ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο γίνεται σήμερα και ανάμεσα στην Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλά κεφάλαια, που εμφανίζονται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης, είναι αίμα παιδιών που μόλις χτες έχει κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία.

Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, που οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρωμές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν’ αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως απαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φόρων, που προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων αναγκάζει την κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξόδων να καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Έτσι, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα, που άξονας του είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμα τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γι’ αυτό στην Ολλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ο μεγάλος πατριώτης Ντε Βιττό εξύμνησε στα «Αξιώματά» του και το χαρακτήρισε σαν το καλύτερο σύστημα για να γίνει ο εργάτης υπάκουος, λιτοδίαιτος, φιλόπονος και… για να παραφορτωθεί με δουλειά. Ωστόσο, η καταστρεπτική επίδραση που ασκεί στην κατάσταση των μισθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τη βίαιη απαλλοτρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυο λόγια όλων των συστατικών μερών της μικρής αστικής τάξης, που προκαλεί. Πάνω στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν δυο γνώμες, ούτε ακόμα και στους αστούς οικονομολόγους. Η απαλλοτριωτική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος εντείνεται επιπλέον με το προστατευτικό σύστημα, που αποτελεί ένα από τα συστατικά του μέρη.

Ο μεγάλος ρόλος που το δημόσιο χρέος και το αντίστοιχό του φορολογικό σύστημα παίζουν στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου και στην απαλλοτρίωση των μαζών ώθησε πλήθος συγγραφείς, όπως τον Κόμπετ, τον Ντάμπλνταιη και άλλους, να κάνουν το λάθος ν’ αναζητούν σ΄ αυτό τη βασική αιτία της αθλιότητας των σύγχρονων λαών.

Το προστατευτικό σύστημα ήταν ένα τεχνητό μέσο για να κατασκευάζονται εργοστασιάρχες, ν’ απαλλοτριώνονται ανεξάρτητοι εργάτες, να κεφαλαιοποιούνται τα εθνικά μέσα παραγωγής και συντήρησης και για να συντομευθεί με τη βία το πέρασμα από τον αρχαϊκό στο σύγχρονο τρόπο παραγωγής. Τα ευρωπαϊκά κράτη αμιλλώνταν για το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αυτής της εφεύρεσης και, όταν πια μπήκε στην υπηρεσία των κυνηγών του κέρδους, λεηλατούσαν για το σκοπό αυτό όχι μόνο το δικό τους λαό, έμμεσα με τους προστατευτικούς δασμούς, άμεσα με τα πριμ για τις εξαγωγές κλπ. Στις εξαρτημένες γειτονικές χώρες ξεπάτωσαν με τη βία κάθε βιομηχανία, όπως λχ. η Αγγλία ξεπάτωσε την ιρλανδική εριουργία. Στην ηπειρωτική Ευρώπη απλοποιήθηκε ακόμα πιο πολύ το προτσές αυτό, σύμφωνα με τη μέθοδο του Κολμπέρ. Το πρωταρχικό κεφάλαιο του βιομηχάνου προέρχεται εδώ εν μέρει κατ’ ευθείαν από το δημόσιο ταμείο. «Γιατί αναφωνεί ο Μιραμπώ να αναζητούν τόσο μακριά, πριν από τον Επταετή πόλεμο, την αιτία της λαμπρότητας της μανουφακτούρας στη Σαξωνία; Αρκεί να δούμε τα 180 εκατομμύρια κρατικά δάνεια!» 3.

Αποικιακό σύστημα, δημόσια χρέη, φορολογικό βάρος, προστατευτισμός, εμπορικοί πόλεμοι κλπ., αυτοί οι βλαστοί της καθαυτό μανουφακτουρικής περιόδου αυξάνουν γιγάντια την περίοδο της παιδικής ηλικίας της μεγάλης βιομηχανίας. H γέννησή της γιορτάστηκε με το μεγάλο ηρώδειο παιδομάζωμα. Όπως το βασιλικό πολεμικό ναυτικό, έτσι και τα εργοστάσια στρατολογούν το προσωπικό τους με το στανιό. Όσο αναίσθητος κι αν μένει ο σερ Φ. Μ. Ηντεν μπρος στις φρίκες της απαλλοτρίωσης του αγροτικού πληθυσμού από τη γη του, που άρχισε στο τελευταίο τρίτο του 15ου αιώνα και συνεχίστηκε ως την εποχή του, ως το τέλος δηλ. του 18ου αιώνα, μ’ όση αυταρέσκεια κι αν χαιρετίζει αυτό το προτσές, το «αναγκαίο» για τη δημιουργία «μιας σωστής αναλογίας ανάμεσα στην καλλιεργούμενη γη και στις βοσκές», ωστόσο δε δείχνει την ίδια οικονομική κατανόηση της ανάγκης του παιδομαζώματος και της παιδικής σκλαβιάς για τη μετατροπή της μανουφακτουρικής παραγωγής σε εργοστασιακή και για τη δημιουργία της σωστής αναλογίας ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική δύναμη. Λέει: «Ίσως ν’ αξίζει τον κόπο να επισύρουμε την προσοχή του κοινού στο ζήτημα: αν μια οποιαδήποτε βιομηχανία, που για να λειτουργήσει μ’ επιτυχία είναι υποχρεωμένη ν’ αρπάζει τα φτωχά παιδιά από τις κατοικίες κι από τα σπίτια δουλειάς, για να τα χρησιμοποιεί ομαδικά κατά βάρδιες και να τα ξεθεώνει στη δουλειά το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, στερώντας τους την ανάπαυση αν μια βιομηχανία, που επιπλέον ανακατώνει μπουλούκια και των δυο φύλων και διάφορων ηλικιών και κλίσεων, έτσι που η μετάδοση του παραδείγματος να οδηγεί αναγκαστικά στη διαφθορά και την ακολασία, αν μια τέτοια βιομηχανία μπορεί ν’ αυξήσει την εθνική και ατομική ευτυχία» 4. «Στο Ντέρμπυσηρ, στο Νότινγκχαμσηρ και ιδιαίτερα στο Λάνκασηρ –λέει ο Φήλντεν– οι νεοεφεύρετες μηχανές χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλα εργοστάσια που βρίσκονται στις όχθες ποταμών ικανών να κινούν τη φτερωτή. Ξαφνικά χρειάστηκαν στους τόπους αυτούς, μακριά από τις πόλεις, χιλιάδες εργατικά χέρια˙ και ιδίως χρειαζόταν πληθυσμό το Λάνκασηρ, που ως τότε ήταν συγκριτικά αραιοκατοικημένο και άγονο. Ιδίως επιτάσσονταν τα μικρά κι ευλύγιστα δάχτυλα. Αμέσως επικράτησε η συνήθεια να προμηθεύονται μαθητευόμενους (!) από τα σπίτια δουλειάς των διάφορων ενοριών του Λονδίνου, του Μπίρμινγκχαμ κλπ. Πολλές, πολλές χιλιάδες απ’ αυτά τα μικρά ανήμπορα πλάσματα από 7 ως 13 και 14 χρονών στάλθηκαν έτσι στο Βορρά. Είχε επικρατήσει η συνήθεια, ο μάστορας (δηλ. ο άρπαγας των παιδιών) να ντύνει, να τρέφει και να στεγάζει τους μαθητευόμενους του σ’ ένα «σπίτι μαθητευομένων» κοντά στο εργοστάσιο. Ορίστηκαν επιστάτες για να επιβλέπουν την εργασία των παιδιών. Συμφέρον αυτών των δουλεμπόρων ήταν να ξεθεώνουν στο έπακρο τα παιδιά, γιατί η πληρωμή τους ήταν ανάλογη με την  ποσότητα προϊόντος που μπορούσαν να στύβουν από το παιδί. Σκληρότητα ήταν η φυσική συνέπεια… Σε πολλές εργοστασιακές περιοχές, ιδιαίτερα του Λάνκασηρ, υποβλήθηκαν στα πιο φριχτά βασανιστήρια τ’ αθώα αυτά πλάσματα, που δεν ένιωσαν τη χαρά και που είχαν παραδοθεί στους εργοστασιάρχες. Τα ξεθέωναν μέχρι θανάτου από την πολλή δουλειά… τα μαστίγωναν, τ’ αλυσόδεναν, τα βασάνιζαν με την πιο εξεζητημένη και ραφιναρισμένη σκληρότητα. Σε πολλές περιπτώσεις τα καταντούσαν πετσί και κόκκαλο από την πείνα, ενώ τα κρατούσαν με το καμουτσί στη δουλειά… Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τα έσπρωξαν στην αυτοκτονία! Οι όμορφες και ρομαντικές κοιλάδες του Ντέρμπυσηρ, του Νόττινγκχαμσηρ και του Λάνκασηρ, μακριά από τα μάτια της κοινωνίας, μετατράπηκαν σε φριχτούς ερημότοπους βασανιστηρίων και συχνά φόνων!… Τα κέρδη των εργοστασιαρχών ήταν τεράστια, πράγμα που ακόνιζε μόνο τη δρακόντεια βουλιμία τους. Άρχιζαν να εφαρμόζουν τη μέθοδο της «νυχτερινής εργασίας», δηλ., αφού παράλυαν μια ομάδα χέρια με τη δουλειά της ημέρας, κρατούσαν έτοιμη μιαν άλλη ομάδα για τη δουλειά της νύχτας. Η ομάδα της ημέρας τράβαγε για τα κρεβάτια που μόλις τα είχε εγκαταλείψει η ομάδα της νύχτας και vice versa [αντίστροφα]. Είναι λαϊκή παράδοση στο Λάνκασηρ, να μην κρυώνουν ποτέ τα κρεβάτια 5.»

_________________________

1 Ο Ουίλλιαμ Κόμπετ παρατηρεί πως στην Αγγλία όλα τα δημόσια ιδρύματα τα λένε «βασιλικά», ωστόσο σαν αντιστάθμισμα υπάρχει το «εθνικό» χρέος (national debt).

2 «Αν οι Τάταροι κατάκλυζαν σήμερα την Ευρώπη, θα ήταν δύσκολο να τους δώσουμε να καταλάβουν τι εννοούμε εμείς όταv λέμε χρηματιστής» (Montesquieu: «Esprit des lois», εκδ. Londres 1769, τόμ. IV, σελ. 33).

3 «Pourquoi aller chercher si loin la cause de l’ eclat manufacturier de la Saxe avant la guerre? Cent quatre vingt millions de dettes faites par les souverains» (Mirabeau: «De a Monarch ie Prusienne» Londres 1788, toli· VL σελ. 101).

4 Eden : The State of the Poor», βιβλ. II, κεφ. 1, σελ. 421.

5 John Fielden: «The»Curse of the Factory System», London 1836, σελ. 5, 6. Για τις αρχικές ατιμίες του εργοστασιακού συστήματος πρβλ. Dr. Aikin: Description of the Country from thirty to forty miles round Manchester», «London 1795, σελ. 219, και Gisborne: «Inquiry into the Duties of Men*. 1795, τόμ. II. Επειδή η ατμομηχανή μεταφύτευσε τα εργοστάσια μακριά από τις υδατοπτώσεις, στο κέντρο των πόλεων, ο «ερασιτέχνης της απάρνησης» κεφαλαιοκράτης βρήκε πρόχειρο το παιδικό υλικό χωρίς τη βίαιη προσκόμιση σκλάβων από τα σπίτια δουλείας. Όταν ο σερ Ρ. Πήλ (ο πατέρας του «υπουργού του ευπαράδεχτου») υπόβαλε το 1815 το νομοσχέδιο του για την προστασία των παιδιών, ο Φ. Χόρνερ (lumen [φωστήρας] της Bullion Committee και στενός φίλος του Ρικάρντο) δήλωσε στην Κάτω Βουλή : «Είναι πασίγνωστο πως μαζί με τις αξίες κάποιου χρεωκοπημένου εργοστασιάρχη που βγήκαν στο σφυρί βγάλαν και πούλησαν στη δημοπρασία σαν μέρος της περιουσίας του και ένα τσούρμο -αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση- από παιδιά εργοστασίου. Πριν δυο χρόνια (το 1813) έφτασε ως το King’s Bench [ Βασιλικό εδώλιο—ανώτατο δικαστήριο] μια απαίσια περίπτωση. Επρόκειτο για κάμποσα αγόρια . Μια ενορία του Λονδίνου τα παρέδωσε σ’ έναν εργοστασιάρχη, που με τη σειρά του τα μεταβίβασε σ’ έναν άλλο. Τέλος, μερικοί φιλάνθρωποι τ’ ανακάλυψαν σε κατάσταση απόλυτης εξάντλησης από την πείνα (absolute famine). Μια άλλη ακόμα πιο αποτρόπαια περίπτωση την πληροφορήθηκα σαν μέλος της κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής. Πριν από λίγα χρόνια μια ενορία του Λονδίνου κι ένας εργοστασιάρχης του Λάνκασηρ έκλεισαν ένα συμβόλαιο που καθόριζε πως ο εργοστασιάρχης ήταν υποχρεωμένος μαζί με κάθε 20 υγιή παιδιά να παίρνει κι ένα ηλίθιο».[:]

[:en]Περι Πολιτιστικης πρωτεουσας….[:]

[:en] 

Το μενού έχει: πολιτιστική πρωτεύουσα

Η γαρνιτούρα

Εδώ και δύο χρόνια η τοπική ειδησεογραφία μας βομβαρδίζει με το σχέδιο της υποψηφιότητας της Ερμούπολης για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2021. Δημοτική αρχή, επιχειρηματίες, ΜΜΕ, εθελοντές και υπεύθυνοι πολίτες προωθούν το σχέδιο της υποψηφιότητας. Η κοινωνία μας, όμως από την άλλη, έχει μάλλον πιο πεζά και «μίζερα» πράγματα να ασχοληθεί: ανεργία, απλήρωτη και μαύρη εργασία, διάλυση υγείας και εκπαίδευσης και δεν δύναται να συμμετάσχει προς το παρόν στους μεγαλεπήβολους στόχους της πεφωτισμένης μας πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας. Η δε ρητορική που προβάλλεται υπέρ της υποψηφιότητας συνοδεύεται με την εναντίωση στη «μιζέρια» μας – που δεν κατανοούμε το «καλό» μας και είμαστε γκρινιάρηδες – και, ουσιαστικά ακολουθεί τη γνωστή πολιτική: «ή είσαστε μαζί μας ή είσαστε εχθροί μας και εχθροί της κοινωνίας μας ευρύτερα». Για αυτό το λόγο προβάλλεται μάλιστα η ανάγκη μίας πατριωτικής/πανσυριανής κίνησης που θα αναλάβει την υλοποίηση αυτού του σημαντικού έργου.

Με την αλλαγή της δημοτικής αρχής δεν υπάρχει καμία υποχώρηση από τη Μεγάλη αυτή Ιδέα, παρόλο που ο σημερινός «τεχνοκράτης» Δήμαρχος, αν ακολουθούσε τη λογιστική του μικροπολιτική, που σε άλλα θέματα – αιτήματα κοινωνικών αναγκών- την έχει ευαγγέλιο, θα έπρεπε πολύ απλά να καταλήξει ότι δεν βγαίνει αυτό το σχέδιο από πλευράς εσόδων/εξόδων και ισοζυγίου πληρωμών για το Δήμο. Με εξαίρεση τις δημοτικές παρατάξεις της αριστεράς1, οι υπόλοιπες θεωρούν πως το ποσό των 20 εκατομμυρίων2 τουλάχιστον, για τη διοργάνωση αυτή ή/και το ποσό των 200.0003 ευρώ μόνο για την υποστήριξη της υποψηφιότητας δεν θα μας λείψουν, αφού έτσι και αλλιώς δεν θα δίνονταν στην κοινωνία αλλά στους επιχειρηματίες για να μας ταΐσουν ανάπτυξη… Η αντιστροφή είναι σταθερή και μόνιμη τα τελευταία χρόνια: Δεν ταΐζουμε με την εργασία μας τους από πάνω, αλλά αυτοί – οι από πάνω – είναι, που μας κάνουν τη χάρη να δημιουργούν θέσεις εργασίας, για εμάς τα ορφανά.

Ε!! λοιπόν για αυτές τις θέσεις εργασίας πρέπει να τους βοηθήσουμε και να τους δώσουμε ακόμα λίγα φράγκα…

Βέβαια ακόμα και σε τεχνοκρατικό επίπεδο οι παραιτήσεις από το δίκτυο 20.21 (οι εθελοντές χομπίστες της προώθησης της υποψηφιότητας) θα έπρεπε να μας προβληματίσουν. Όπως και η ανάθεση του φακέλου της υποψηφιότητας σε αμφίβολης ποιότητας γερμανικής εταιρείας ,η οποία στελεχώνεται με άτομο που επίσης προωθεί την αντίπαλη υποψηφιότητα της Καλαμάτας4 (και στην πολιτιστική εργολαβία υπάρχουν φαίνονται μονοπώλια…).

 Το κύριο πιάτο

Βέβαια αν και ο τίτλος παραπέμπει σε πολιτισμό το βασικό επιχείρημα υπέρ του εγχειρήματος αναφέρεται στην «τουριστική προβολή» του νησιού. Σε μία εποχή που ο τουρισμός ανάγεται σε ατμομηχανή της εθνικής ανάτασης από το κεντρικό πολιτικό σκηνικό και οι όποιες άλλες παραγωγικές επιλογές ακυρώνονται. Ο πολιτισμός δηλαδή μεταφράζεται άμεσα και χωρίς περιτυλίγματα σε business as usual και σε φράγκα, και όλα τα άλλα είναι απλώς παράπλευρες απώλειες.

Ακόμα και το πολυδιαφημισμένο φεστιβάλ Αιγαίου της κλασσικής μουσικής (με μόνιμο ωφελούμενο αρχιμουσικό, που εκμεταλλεύεται νέους μουσικούς από το εξωτερικό), καταλήγει φέτος να αυτονομείται πλήρως από το Δήμο5. Συνεπώς τα κέρδη της παραγωγής – με μεγάλη αύξηση των εισιτηρίων, και κατάργηση της ανοιχτής δωρεάν συναυλίας στην πλατεία – μονοπωλούνται από ιδιώτες.

Να σημειώσουμε επίσης ότι το σχέδιο της υποψηφιότητας συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον και την Τήνο και Μύκονο και ίσως ακόμα περισσότερα νησιά, κάτι που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις, συνέπειες και κοινωνική συναίνεση που απαιτείται για αυτό αφορά περισσότερο πληθυσμό από αυτόν της Σύρου.

Βέβαια το πλεονέκτημα της νησιωτικότητας και της συμμετοχής ακόμα και όλων των Κυκλάδων, σκοντάφτει στην σπανιότητα (ιδίως ενδοκυκλαδικών δρομολογίων) και αθλιότητα των ακτοπλοϊκών γραμμών και στα πανάκριβα εισιτήρια τους.

Ο λόγος περί πολιτισμού ως πλεονεκτήματος της υποψηφιότητας της Σύρου πιθανώς να προβάλει το ιερό νησί της Δήλου (αλλά μάλλον θα παραβλέψει το καθεστώς των συμβασιούχων φυλάκων αρχαιολογικών χώρων/ συντηρητών αρχαιοτήτων του υπουργείου πολιτισμού , πρωτοπόρο ιστορικά σε νέες εργασιακές σχέσεις κατακερματισμού εργαζομένων). Πιθανώς θα συνεχίσει ο λόγος περί πολιτισμού και θα αφηγηθεί την αρμονική συνύπαρξη ορθόδοξων και καθολικών. Το πολιτισμικό απόθεμα της συνύπαρξης καθολικών και ορθοδόξων στη Σύρο οδηγείται στον πατριάρχη του ρεμπέτικου Μάρκο Βαμβακάρη. [Ερώτηση: στο αντίστοιχο ρεμπέτικο αφιέρωμα, θα ακουστεί και το άσμα «μάγκες πιάστε τα γεφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τα αρχίδια»; ή μάλλον θα πρέπει να ραφιναριστεί λιγάκι το ρεμπέτικο σαν πραγματικός πολιτισμός των από κάτω που δεν μπαίνει όπως είναι στα λουσάτα σαλόνια.] Και βεβαίως δεν ξεχνάει και την πλούσια θεατρική και χορευτική παράδοση του νησιού με τις υπάρχουσες δραστήριες πραγματικά ομάδες , που όμως δεν έχουν και που να στεγαστούν.

Η σαλάτα;

…Και εδώ αγκιστρώνεται και το δόλωμα για τις δομές που ίσως και να αναβαθμιστούν ή/και να οικοδομηθούν νέες.

Αν μπει κάποιος στον κόπο και διαβάσει το επίσημο site του θεσμού6 και δεν εφησυχάσει σε εταιρείες συμβούλων7, θα δει ότι δεν υπάρχει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση ή προϋπολογισμός για τις πόλεις που αναλαμβάνουν, αλλά μονάχα ιδέες, συμβουλές, παραινέσεις και ουσιαστικά παραπομπές σε υπάρχουσες χρηματοδοτήσεις της ευρωπαϊκής ένωσης και προγράμματα8 που δεν απαιτούν να είσαι η πολιτιστική πρωτεύουσα για να τις πάρεις. Αν τις πάρεις βέβαια και με τι ανταλλάγματα. Η πιο εξασφαλισμένη χρηματοδότηση που δίνεται μόνο λίγους μήνες πριν από την έναρξη του έτους της πολιτιστικής πρωτεύουσας και εάν και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις είναι ένα βραβείο που ανέρχεται στο ποσό του 1.5 εκ.ευρώ (δηλαδή στο 5% περίπου του προϋπολογισμού του Δήμου), ενώ και ο συντηρητικότερος προϋπολογισμός της διοργάνωσης των 20 εκατομμυρίωναντιστοιχεί στα 2/3 ενός ετήσιου προϋπολογισμού του Δήμου. Συνεπώς το μόνο που μένει είναι ακριβά εισιτήρια, αλλά καθώς και αυτά δεν φτάνουν πάμε σε χορηγούς , σπόνσορες κλπ10. Η δημιουργική πολιτισμική παραγωγή από τους ίδιους τους κατοίκους μπαίνει συνήθως μόνο ως τσόντα και αυτή είναι και η συνηθισμένη κριτική από κύκλους ντόπιων καλλιτεχνών και ακτιβιστών στις αντίστοιχες διοργανώσεις προηγούμενων πολιτιστικών πρωτευουσών, μαζί με τις κακοτεχνίες και την μηδενική θετική επίδραση στην καθημερινότητα των κατοίκων (Ρόττερνταμ, Μπρυζ, Γλασκώβη, Mons κλπ.)11. Ακολουθούν επίσης οι καταγγελίες για την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους και των αντιστοίχων προνοιακών δομών και για την κατάληψη της πόλης από τις ελίτ. Γιατί η αστική ανάπλαση και ο εξευγενισμός της (gentrification) – προϋποθέσεις και αποτελέσματα της διοργάνωσης – έχουν ουσιαστικές συνέπειες για την κοινωνία και την εκδίωξη των κατώτερων τάξεων από την πόλη. 12

Τελικά τελευταίο πιστωτικό εργαλείο που απομένει είναι οι συνηθισμένες τράπεζες και τα δάνεια (όσο και αν δυσκολεύονται να δώσουν οι καημένες τώρα τελευταία), υποθηκεύοντας την ανάπτυξη (αναφέρεται πιο κάτω τι είναι αυτή η ανάπτυξη και τουριστική προβολή). Ανάπτυξη που όμως δεν θα συνοδευτεί και με αύξηση των δημοτικών εσόδων από τις επενδύσεις (εκμετάλλευση και απαλλοτρίωση κοινωνικού πλούτου) για την αποπληρωμή των δανείων. Οι επενδύσεις στην εποχή μας πετάνε από περιοχή σε περιοχή μέσα σε λίγα λεπτά, αφορολόγητες. Δεν θα υπάρξει πραγματική ανταποδοτική επένδυση – έστω και με αστικούς χρηματικοοικονομικούς όρους. Με την έννοια της επιστροφής έστω μέρος των χρημάτων που θα σκορπιστούν στην προσέλκυση αυτής της επένδυση στην τοπική κοινωνία (αν και ποια είναι αυτή η τοπική κοινωνία και ποιες είναι οι ταξικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις και διαχωρισμούς που την χαρακτηρίζουν, συνήθως δεν αναφέρεται). Εκτός και αν, μέσω φεστιβάλ λουκουμιού, γιατί όχι και αργότερα λουκάνικου και κάπαρης; πιστεύουν ότι θα τονωθεί η παραγωγή και τα αντίστοιχα έσοδα του Δήμου, συν τα παραπάνω τέλη από την οριακή αύξηση των τραπεζοκαθισμάτων. Η φιλοδοξία να μεγαλώσει και να αναγνωριστεί το brand name της Σύρου και της Ερμούπολης στο τουριστικό στερέωμα, επίσης άμεσα δεν φέρνει λεφτά στα δημόσια /δημοτικά ταμεία, και βέβαια για το τι είδους τουριστική βιομηχανία και τις εργασιακές σχέσεις σε αυτή θα αναφερθούμε παρακάτω. Συμπέρασμα: τα σπασμένα θα τα πληρώσουμε πάλι εμείς και σε επίπεδο προϋπολογισμού του Δήμου…. (π.χ. οικονομική αποτυχία πολιτιστικής πρωτεύουσας Βίλνιους – πόλη με μεγάλη πολιτιστική παράδοση, ιστορία και τουρισμό – σε εποχή αντίστοιχης οικονομικής κρίσης της Λιθουανίας και Ω!! τι έκπληξη μη προσέλκυσης τουριστών). 13

Τώρα αν ορισμένοι ευελπιστούν ότι στη σημερινή περίοδο το κεντρικό κράτος θα είναι ο βασικός χρηματοδότης, όπως στις προηγούμενες ελληνικές περιπτώσεις (Θεσσαλονίκη), μάλλον ζούνε σε άλλον πλανήτη… π.χ. Η Πάφος στην Κύπρο έπεσε εκτός προϋπολογισμού και καλούσε τους βουλευτές της να πείσουν το κράτος να δώσει κάτι….14

Επίσης αν ελπίζουν σε τσάμπα εργασία εμπνευσμένων εθελοντών, τότε σίγουρα χρειαζόμαστε μαζική ψυχανάλυση… γιατί σίγουρα ορισμένοι, ελπίζουμε ελάχιστοι, θα προσφερθούν.

Ο καφές της παρηγοριάς!!!

Επίσης αν τελικά προχωρήσει ο Δήμος σε δημιουργία νέων δομών το ερώτημα είναι αν τελικά θα υπάρξει αναβάθμιση, ανακαίνιση ήδη υπαρχουσών ή αν θα έχουμε ένα νέο «αναπτυξιακό» τσιμέντο στο ήδη επιβαρυμένο νησί. Και αν η οποιαδήποτε φαραωνική κατασκευή θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται από εμάς που θα την φτιάξουμε με την εργασία μας ή θα «χρηματοδοτήσει» επίδοξους αετονύχηδες που θα αναλάβουν την «αξιοποίησή» της μετά το τέλος του θεσμού. Αν θα αποδοθούν για την κάλυψη πραγματικών κοινωνικών αναγκών ή αν τελικά πέσουν σε αχρηστία (ας θυμηθούμε και το κλειστό κολυμβητήριο το χειμώνα και τα σχέδια για προσέλκυση αθλητικού τουρισμού)

Το δικό μας ψωμοτύρι.

Ο πραγματικός πολιτισμός, όπως η τάξη μας τον γνωρίζει, σαφώς και δεν έχει θέση σε αυτό το φεστιβάλ. Η ιστορία του νησιού και οι αντιστάσεις της δεν χωράνε. Το πρώτο εργατικό κίνημα με τις αιματηρές και νικηφόρες απεργίες, η πείνα και ο θάνατος στην κατοχή έως και τη σημερινή εποχή με τις μικρές αλλά σημαντικές κινήσεις, όπως η πορεία των 4.000 το φθινόπωρο του 2011, οι απεργίες στην Περιφέρεια, στο Δήμο και στην εκπαίδευση, η υποδοχή του πρωθυπουργού Γιωργάκη, και με τους εργάτες του ναυπηγείου, του νοσοκομείου και των άλλων μονάδων να αγωνιούν και να παλεύουν, δεν θα μπορέσουν να μπούνε σε κανένα θέατρο Απόλλων.

Έτσι λοιπόν και ο πολιτισμός μας δεν μπορεί να χωρέσει σε καμία γκαλερί, ακόμα και αν οι αστοί τοποθετήσουν ένα κομμάτι του εκεί μέσα, αυτόματα δεν θα αποτελεί μέρος του πολιτισμού μας όπως π.χ. με τις τουαλέτες του dada dada

που χάσανε το σαρκασμό τους και την κριτική τους μπαίνοντας στα μουσεία.

Ο πολιτισμός μας: από το ρεμπέτικο του λιμανιού και όχι του μεγάρου, έως τα γκράφιτι και την παρλάτα hip hop, είναι δικός μας πολιτισμός και δεν απαλλοτριώνεται, όσο και αν προσπαθούν να τον αφομοιώσουν για δικό τους κέρδος.

Σε μία εποχή μαζικής φτωχοποίησης και διάλυσης των ψηγμάτων της αναπαραγωγής της τάξης μας (παιδεία, υγεία, και ναι και Πολιτισμός κλπ) δεν θεωρούμε ποτέ πολυτέλεια τη προώθηση πολιτιστικών εγχειρημάτων – άλλωστε η ιστορία : από την επαναστατική Ρωσία, που σε περιόδους πείνας και εμφυλίου, δημιούργησε από τα πιο πρωτοποριακά και σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα του 20ου αιώνα (σουπρεματισμός, κονστρουκτιβισμός, ρωσικός φουτουρισμός, ρωσική πρωτοπορία) και το θέατρο στην ελεύθερη Ελλάδα του βουνού τη δεκαετία του 40 ή ακόμα και στη Γυάρο από εξόριστους κόντρα στους «αναμορφωτικούς» χορούς του διοικητή, σε συνθήκες επίσης πολέμου και πείνας, έως τους εξεγερμένους μεξικανούς που σε συνθήκες σύγκρουσης με στρατό και φεουδάρχες ζωγραφίζουν τοιχογραφίες με ζαπατίστας και χρυσαφένια καλαμπόκια ή ασημένια φεγγάρια, αντί να επισκευάζουν μόνο τις καλύβες τους, και την κατάληψη της Λυρικής σκηνής και τις δράσεις πολιτισμού μέσα στις φλόγες του Δεκέμβρη του 2008 στην Αθήνα, αποδεικνύει ότι μόνο οι από κάτω παράγουν τέχνη και πολιτισμό, οι από πάνω απλώς την αποσπούνε όπως κάνουν και με την εργασία μας. Ακόμα και όταν οι αστοί παρήγαγαν τέχνη την κάνανε ως επαναστατική τάξη κάποτε, και τότε πάλι κάποιοι μαικήνες την αγοράζανε.epon

Τα συνοδευτικά / πλαϊνά πιάτα

Η συνύπαρξη καθολικών και ορθοδόξων ως πολιτισμικό πλεονέκτημα προβάλλεται και από την υποψηφιότητα της Ξάνθης. Και η εκεί συνύπαρξη μουσουλμάνων (ποτέ Τούρκων) και χριστιανών αυτόματα από θέμα/πρόβλημα εθνικής συνοχής, όπως το ξέραμε από την κυρίαρχη ιδεολογία, μετατρέπεται σε πολιτισμικό προτέρημα – βρε τι σου κάνει ο πολιτισμός!!! Και ΝΑΙ και η Ξάνθη θέλει να μπει στο χορό και άλλες πόλεις από την Ελλάδα και ας σημειώσουμε και ποιες περιοχές παίζουν: Θράκη (Ξάνθη) και Κυκλάδες, Πειραιάς (Λιμάνι, Cosco, Μαρινάκης κλπ) που επίσης έχουν αναφερθεί και για το καθεστώς των Οικονομικών Ζωνών που πολύ ωραία μπορεί να ντυθεί με πνεύμα και θέαμα αν και τώρα τελευταία έχει ψιλοξεχαστεί από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, τουλάχιστον. Επίσης η Καλαμάτα με την ευγενική χορηγία του εφοπλιστικού/ξενοδοχειακού κεφαλαίου Costa Navarino, και της οικογένειας του πρώην πρωθυπουργού Σαμαρά, η Καβάλα, τα Ιωάννινα (μας τελείωσαν οι αλβανοί μετανάστες και ψάχνουμε νέες αρπαχτές), ο Βόλος με τον πολύ δήμαρχο μαφιόζο Μπέο, η Λάρισα (περίπτωση: μας τελειώνουν οι αγροτικές επιδοτήσεις), η Τρίπολη και το Ναύπλιο που και οι δύο επενδύουν στα 200 χρόνια της ελληνικής επανάστασης;;; (έ, ότι έχει ο καθένας ), η Ρόδος (με μεγάλη εμπειρία στην τουριστική εκμετάλλευση ξενοδοχοϋπαλλήλων), το Ναύπλιο και τα αθηναΐκά προάστια της Σαλαμίνας (βάλε και λίγο ναυμαχία γαρνιτούρα) και της Ελευσίνας (εκεί κοντά στις καμένες σάρκες των εργαζομένων των ΕΛΠΕ)…. και ακόμα μία τελευταία η Σάμος!!!! Α!! μου σφυρίξανε ακόμα και το Μεσολόγγι…. Πήξαμε , μπορεί και να ξεχάσαμε και καμία, ή και να προστεθούν στο τέλος και άλλες.

 

Καλή μας χώνεψη

Οπότε σε αυτό που πραγματικά εναντιωνόμαστε είναι στο νέο(?) μοντέλο παραγωγής και εργασίας που προωθείται μέσω αυτού του σχεδίου και τελικά αφορά την κερδοφορία ολίγων συμφερόντων, την διαιώνιση πελατειακών σχέσεων, που ιδίως στην επαρχία είναι ο πολιτικός στυλοβάτης, και στον πολιτισμό του άρτου και θεάματος που ο πτωχός συγγενής θα καταναλώσει απλά, στην καλύτερη περίπτωση.

Σε αυτό εναντιωνόμαστε: στο ότι η ίδια μας η εργασία κατευθύνεται σε αύξηση τιμών βασικών αγαθών (αύξηση ΦΠΑ, φορολογίας ενέργειας, ΔΕΚΟ), στο ότι το νοσοκομείο σε λίγο δεν θα θεωρείται ούτε κέντρο υγείας, στο ότι οι πανάκριβες ακτοπλοϊκές γραμμές λιγοστεύουν όλο και περισσότερο, στο ότι ο Δήμος ενοικιάζει εργαζόμενους – συγνώμη επωφελούμενους – , στο ότι το νεώριο έχει κηρύξει μονομερή στάση πληρωμών στους εργάτες, στο ότι η εργασία μας άμεση και έμμεση εν ολίγοις υποτιμάται και όλο και περισσότεροι περισσεύουμε, στο ότι τα πάντα ιδιωτικοποιούνται και εμπορευματοποιούνται (βλέπε π.χ. Βαρβαρούσσα).

Όταν αναπτύσσονται σχέδια για διαχείριση του νερού με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, που εξυπηρετούν αντίστοιχα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν ο Δήμος όχι μόνο διοχετεύει την κεντρική ταξική πολιτική στο τοπικό επίπεδο, αλλά και δεν τολμά να ασκήσει πολιτική ενίσχυσης των από κάτω. Είτε με στεγαστική πολιτική – πόσα άδεια ακίνητα έχει ο Δήμος; – , είτε με ουσιαστικές δομές και κινήσεις για άνεργους, φτωχούς , ανθρώπους με προβλήματα ψυχικής υγείας κλπ και όχι με χυδαίες φιλανθρωπίες. Αλλά μάλλον το αντίθετο: ενισχύει τους από πάνω με διευκολύνσεις για την επιχειρηματικότητα, επενδυμένη με ρητορική και πανηγυρικούς για τη σύμβαση π.χ. του Νεωρίου για τις δεξαμενές του πολεμικού Ναυτικού (τώρα βέβαια αν συνεχίζεται η μη καταβολή μισθών μετά από ένα μικρό διάλλειμμα μερικής αποπληρωμής είναι μάλλον ένα τεχνικό(sic) πρόβλημα).

Αλλά ακόμα και στο επίδικο θέμα του πολιτισμού ο Δήμος δείχνει πως τον εννοεί: με την πολιτική απαξίωσης/υποτίμησης της Φιλαρμονικής ορχήστρας και τη συνέχεια όσον αφορά του κλεισίματος της Παιδικής Βιβλιοθήκης και μάλλον την δρομολόγησή της προς χέρια ιδιωτών.

Δηλαδή μας ζητάνε να σκύψουμε περισσότερο γιατί η πολιτιστική πρωτεύουσα είναι ακόμα περισσότερο σκύψιμο και τίποτε άλλο.

Είναι ακόμα περισσότερο ανάπτυξη και “success story”, είναι μία νέα τοπική ολυμπιάδα 2004, με τις μίζες της, την αδιαφάνεια, τις νέες εργασιακές σχέσεις π.χ. απλήρωτης εργασίας (εθελοντές), είναι ο νέος τοπικός μύθος αντίστοιχος των εθνικών: ΕΟΚ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρώ, Εκσυγχρονισμός, Ολυμπιάδα κλπ. Μύθος απαραίτητος για να τρώνε ορισμένοι και οι πολλοί να σκύβουνε.

Και κατεψυγμένα, και ληγμένα…

Συνεπώς καταλήγουμε στον μύθο της τουριστικής προβολής, μίας προβολής που σημαίνει: μισά μεροκάματα σε ξενοδοχεία και εργοδοτική τρομοκρατία (απολύσεις λόγω συμμετοχής σε απεργία ΓΣΕΕ, ξυλοδαρμός ξενοδοχοϋπαλλήλων από νταβραντισμένα αφεντικά σε πολλές περιπτώσεις σε ολόκληρη την επικράτεια), ανασφάλιστα γκαρσόνια, νέους/ες εργαζόμενους/ες που πρέπει να ανέχονται σεξιστικές συμπεριφορές, νέους/νέες εργαζόμενους/ες από χώρες της ανατολικής Ευρώπης σε συνθήκες επίσημης δουλεμπορίας, σχέδια για εγκαθίδρυση πληρωμάτων ασφαλείας στην ακτοπλοΐα, ώστε έστω και η ιδέα πραγματικής απεργίας να θεωρείται αδύνατη. Και προχωράει με την ομπρελοποίηση, εμπορευματοποίηση παραλιών ή /και την αναγκαστική απαλλοτρίωσή τους, το ξεπούλημα των πάντων.

Και αν ακόμα ο τουρισμός στη Σύρο δεν σημαίνει μόνο μεγαλοξενοδοχείο αλλά και μικροιδιοκτήτες ας αναλογιστούμε: πόσοι από αυτούς θα αντέξουν ακόμα μέχρι να γευθούν τα αποτελέσματα της «ανάπτυξης» μετά από τόσα χρόνια ταξικής επίθεσης και κάθετης πτώσης πραγματικών αξιών στα ακίνητά τους; Πόσο θα συνεχίζουν να εξυπηρετούν τα δάνεια της προηγούμενης περιόδου; Πόσο θα συνεχίζουν τελικά να δουλεύουν εργολαβικά για μεγάλους πράκτορες/tour operators και θα νομίζουν ότι είναι και οικονομικά αυτόνομοι και ανεξάρτητοι; Πόσοι από αυτούς θα βλέπουν τουρίστες με βραχιολάκια από πακέτα all inclusive και κρουαζιερόπλοια απλώς να τους προσπερνάνε; Πόσοι από αυτούς θα βρεθούν στη θέση των σημερινών δούλων τους απλήρωτοι και χωρίς δικαιώματα; Πόσοι τελικά καθημερινά θα αναπαράγουν, και χειρότερα ακόμη από τα μεγαλοαφεντικά, πρακτικές έντασης της εργασίας μας και της εξαθλίωσης για να κερδίσουν χρόνο στο όνειρο που τελειώνει; Πρέπει τελικά και αυτοί να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να αποτινάξουν τα μικροιδιοκτησιακά, υπό εξαφάνιση, συμφέροντά τους, όχι για λόγους ηθικής και αφηρημένης δικαιοσύνης αλλά απλά επειδή και το δικό τους μέλλον δεν θα σωθεί από την συγκέντρωση του κεφαλαίου, όσο και αν ευελπιστούν ότι οι πελατειακές σχέσεις θα τους διασφαλίσουν και πάλι.

Η τουριστική προβολή μέσω της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, θα προσανατολιστεί κυρίως στους ικανούς καταναλωτές πολιτισμού με το αντίστοιχο πολιτισμικό κεφάλαιο, άρα και ταξικά προνομιούχους15. Σε αυτούς, δεν θα τους αρκεί το ταβερνάκι και το απλό δωματιάκι αλλά η ζήτησή τους θα προσαρμόζεται στην προσφορά ακριβών εξεζητημένων υπηρεσιών, εξορίζοντας ουσιαστικά το μέσο έλληνα και ευρωπαίο επισκέπτη που στηρίζει τη μικρή τουριστική βιομηχανία του νησιού (ας θυμηθούμε και την αντίστοιχη εκδίωξη της εναλλακτικής κουλτούρας και του προλετάριου νέου από τον Γαλησσά με την οικοδόμηση μεγαλοξενοδοχείου και καζίνου στην πόλη όπως και μαρίνων για ιστιοπλοϊκά).

Η τουριστική προβολή επίσης, φαίνεται πως δεν χωράει τους εργάτες της ασθμαίνουσας βαριάς βιομηχανίας του νησιού, τους αόρατους μετανάστες στα θερμοκήπια, ενώ η Ερμούπολη οφείλει να περιορίζεται στους ρυθμούς των βαποριών και του βλαχομπαρόκ του Αγ. Νικολάου, ενώ π.χ. τα Καμίνια μάλλον καλό θα είναι να εξαφανιστούν.16

Ο μύθος της τουριστικής προβολής ζητάει πρώτα από όλους από τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους, από τα ίδια τα γρανάζια της μηχανής που πολλά από αυτά πλέον δεν τα χρησιμοποιούνε πια, να δείξουν το μέγιστο ενδιαφέρον για αυτή τη μεγαμηχανή του κέρδους. Ζητάνε από τους εργαζόμενους ακόμα μία φορά να συναινέσουν, να αντέξουν, γιατί η «ανάπτυξη είναι κοντά» και θα φάνε και αυτοί κάποια ψίχουλα, να σκύψουνε πάλι στην ηγεμονία τους. Να ρίξουν στο πυρ το εξώτερο και να καταδικάσουν όποιον αμαυρώσει το νησί του «πολιτισμού», είτε με την απεργία του, είτε με τον αγώνα του, είτε με την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος – απαραίτητου για την αναπαραγωγή της τάξης μας και μη συμβατό με την έννοια της καπιταλιστικής ανάπτυξης και συσσώρευσης έτσι και αλλιώς. Να μην ανεχτούνε καμία καραβιά παράνομων εργατών – «λαθρομεταναστών» στο λεξιλόγιό τους- να τους χαλάσει την φιέστα. Θέλουν δηλαδή να νομίζουμε ότι μεγαλώνοντας την πίτα με τον ιδρώτα μας κάτι θα φάμε και εμείς, ή μάλλον καλύτερα χτίζοντας τη φυλακή μας πιο ισχυρή θα νιώθουμε πιο ευτυχισμένοι ασφαλείς κατάδικοι. Για χρόνια να υπάρξει η συναίνεση και η σιγή του νεκροταφείου στην κοινωνία των Κυκλάδων και να μην ανεχτούνε κοινωνικές αντιστάσεις που είναι πολύ πιθανόν να ξεσπάσουνε με την ολομέτωπη επίθεση που ασκούνε και με τη δυναμική που ήδη έχει καταδείξει η περιοχή, έστω αυτή τη μικρή και ανοργάνωτη, αλλά σίγουρα υπάρχουσα.

Για να μαζέψουμε τα ψίχουλα από το τραπέζι

Όμως για να αντιμετωπίσουμε την εντεινόμενη επισφάλεια και υποτίμηση ακριβώς αυτό τον ρόλο του γραναζιού οφείλουμε να ξεπεράσουμε. Πρέπει να υποσκάψουμε τις πελατειακές σχέσεις και να εναντιωθούμε ακόμα και στο σόι μας ή στον κομματάρχη μας και τον γραφειοκράτη συνδικαλιστή, και στην εκκλησία, και στο «χέρι που μας ταΐζει» – μάλλον στα αφεντικά και στις επιχειρήσεις τους που ταΐζουμε εμείς- σε όλους αυτούς που στηρίζουν και προωθούν αυτό το μοντέλο: από τον μικρομαγαζάτορα γείτονα που δεν ασφαλίζει την μαγείρισσα και το γκαρσόνι, έως τον κουνιάδο που εμπορευματοποιεί την παραλία με τις ξαπλώστρες και αυτούς τους μικρούς να τους στρέψουμε ενάντια στον κατασκευαστή των κανόνων της εκμετάλλευσης και της δικής τους τελικά καταστροφής.

Εμείς τι θα μαγειρέψουμε?

Σίγουρα η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από απογοήτευση και έλλειψη εμπιστοσύνης και αυτοπεποίθησης ενώ η επίθεση εντείνεται συνεχώς. Όσο αχνοφαίνεται μία ελπίδα (χα,χα) στον ορίζοντα, τόσο και τρεμοσβήνει αν δεν την φωτίσουμε και εμείς. Φαίνεται δύσκολο σε μία περίοδο που π.χ. ακόμα και απολυμένοι από εταιρείες δεν αγωνίζονται ενάντια στις απολύσεις ή το κάνουν αποσπασματικά και με μεγάλη απειρία συνδικαλιστικών δεδομένων, να πεισθεί ευρύτερος κόσμος να κινητοποιηθεί για ένα ζήτημα που μπορεί να φαίνεται θολό. Όταν μάλιστα ο «αντίλογος» ενάντια σε αυτόν τον αγώνα επενδύεται με «πολιτισμό» και «ψωμάκι να φάμε όλοι». Όμως αυτή ακριβώς η κίνηση μπορεί να σταθεί και να αποτελέσει και μία γέφυρα επικοινωνίας και σημείο συνάντησης των επιμέρους αγώνων και να σπάσει έτσι και η απομόνωσή τους που αποτελεί και το βασικό πρόβλημά τους. Μπορεί να τεθούν οι ευρύτεροι όροι για την αντιμετώπιση έστω και σε τοπικό επίπεδο της επίθεσης των από πάνω, με όρους που θα είναι και αποτελεσματικοί. Και όχι με όρους μίας μεγάλης αφήγησης ή πολιτικού προγράμματος, αλλά με όρους κινήματος και αγώνα. Το κινηματικό επίπεδο και δυναμικό το νησιού αρκεί για μία αρχή.

Απαιτείται με συνοπτικό λόγο προς την τοπική κοινωνία να αποκαλυφθεί το παιγνίδι της πολιτιστικής πρωτεύουσας και της αντίστοιχης αναβάθμισης/αριστοκρατικοποίησης/τουριστικής προβολής, όχι με την έννοια συνομωσιών αλλά κίνησης του καπιταλισμού σε δεδομένες ιστορικές συνθήκες που βεβαίως στελεχώνεται και με συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα και στο τοπικό επίπεδο. Να υπάρξει ένας ουσιαστικός αντίλογος στον βομβαρδισμό των κυρίαρχων με τα «ευγενή» τους πολιτισμικά σχέδια.

Να μην ξεχνάμε ότι βασικός παράγοντας εκλογής της πολιτιστικής πρωτεύσας είναι η κοινωνική συναίνεση. Ας μην ξεχνάμε πως η πρώτη επιλογή πλησιάζει τον Οκτώβριο 2015 και μετά από περίπου ένα χρόνο η τελική επιλογή, και η Ερμούπολη φαντάζει φαβορί για τον τίτλο μαζί με κάποια άλλη ταλαίπωρη πόλη της Ρουμανίας. Αν λοιπόν η «πολιτισμένη» επιτροπή του ευρωπαϊκού θεσμού για την επιλογή «σκύψει» στο ηλιόλουστο νησί μας και ανακαλύψει έστω και τους λίγους συνηθισμένους γραφικούς με τα επίσης γραφικά πανό και προκηρύξεις και συνθήματα να εναντιώνονται σε αυτή την υποψηφιότητα, θα το σκεφτούν πολύ. Άλλωστε είναι σίγουρο πως οι δυνατότητές μας αντίστασης στα σχέδιά τους μπορούν να είναι και πιο ευφάνταστες και αποτελεσματικές. Ας θυμηθούμε το επιτυχημένο σαμποτάρισμα του Άμστερνταμ ως ολυμπιακή πόλη – σε εποχές βέβαια με υψηλό κινηματικό επίπεδο και κρατική ανοχή (συνέπεια πάντα κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού) – όπου καταληψίες δώρισαν προφυλακτικά και μπάφους στην επιτροπή, προωθώντας ουσιαστικά τίποτα άλλο, παρά, τα βασικά τουριστικά προϊόντα της πόλης. Αυτές οι επιτροπές είναι ευαίσθητες στην κινηματική δράση παραπάνω από ότι νομίζουμε.

Επίσης σίγουρα θα είναι πολύ ουσιαστικό και ενθαρρυντικό, ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες αν η υποψηφιότητα ναυαγήσει κάτω από το βάρος των δράσεών μας σε μία περίοδο που η κατίσχυση των από πάνω φαίνεται τρομακτική. Στη σημερινή περίοδο το παγκόσμιο μοντέλο αυτονομεί την πόλη από το εθνικό κράτος, η νέα οικονομική γεωγραφία αναγνωρίζει πόλεις π.χ. Σαϊγκόν και όχι ολόκληρα συνολικά κράτη, πόλεις αφήνονται να χρεοκοπούν π.χ. Ντιτρόιτ, ενώ το κεντρικό κράτος των ΗΠΑ δεν παρεμβαίνει παρόλο που τυπώνει νόμισμα με επιταχυνόμενους ρυθμούς ή από την άλλη πόλεις να δίνουν γη και ύδωρ για την προσέλκυση επενδυτών, να «αναβαθμίζουν» τα κέντρα τους και να δημιουργούνται πόλεις μόνο για πλούσιους π.χ. Λονδίνο, ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα (βόρεια Αγγλία) οι άνεργοι μετράνε ήδη την τρίτη τους γενιά. Η δράση ενάντια στην αστική «ανάπτυξη» ενός μεμονωμένου χώρου μπορεί να δημιουργήσει μία νέα γεωγραφία αντίστασης και ανατροπής ευρύτερα.

Σε αυτή τη δράση μπορούν να χωρέσουν διαφορετικές κινήσεις και άτομα και συλλογικότητες: Από κατηγορίες εργαζομένων του Δήμου που δεν θα ανεχτούνε την παραπέρα υποτίμησή τους. Από εργαζομένους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Από συνελεύσεις για την υπεράσπιση του νοσοκομείου από χρήστες των υπηρεσιών του και εργαζομένους σε αυτό. Από κινήσεις για το άνοιγμα της παιδικής βιβλιοθήκης (πολιτισμός που δεν φέρνει φράγκα) και δεν αρκούνται στην ιδιωτική πρωτοβουλία και εθελοντισμό ή στο «υπεύθυνο» άνοιγμα δύο ημερών την εβδομάδα μόνο. Από γονείς που βλέπουν τις σχολικές επιτροπές να πτωχεύουν. Από νεολαία που δεν ανέχεται την περιθωριοποίησή τους και την εξαφάνισή τους από τους δημόσιους χώρους. Από οικολογικές περιβαλλοντικές κινήσεις έως καλλιτεχνικές ομάδες και φοιτητές. Ακόμα ίσως και κόσμο έξω από την περιοχή κλπ. Ο καθένας μπορεί να βάλει την προτεραιότητά του και να συναντηθεί με τους άλλους σε αυτή τη δράση. Θα αποτελέσει και ευθύνη και του κάθε επίσημου φορέα η τοποθέτησή του σε αυτή τη μάχη με ποιο στρατόπεδο θα πάει και ποιο θα αφήσει. Και εδώ θα κριθούν αποφάσεις, συναινέσεις, συμμαχίες και πρωτοβουλίες…

Ακόμα όμως και αν η υποψηφιότητα φτάσει στις Κυκλάδες και δυστυχώς κερδίσει, η μάχη δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί.

Μπορεί αυτός ο κόσμος που περιγράφηκε πιο πάνω να συνεχίσει την αντίσταση. Μπορεί με φαντασία και συλλογική δράση π.χ. να αναδείξει τον δικό μας πολιτισμό. Μπορεί να να συνεχίσει να ανατρέπει, να αντιστέκεται, να μπλοκάρει και το θεσμό της πολιτιστικής πρωτεύσουσας και την ευρύτερη πολιτική μας υποτίμιση.  Στην τελετή έναρξης και λήξης τους να μας βρουν στο δρόμο και απέναντί τους (η τελετή λήξης της αντίστοιχης διοργάνωσης στο Μάριμπορ της Σλοβενίας ουσιαστικά ακυρώθηκε λόγω διαδηλώσεων ενάντια στο διεφθαρμένο δήμαρχο)17  Ελπίζουμε να επανέλθουμε με προτάσεις συλλογικής αντίστασης και διεκδίκησης, και όχι απλώς μέσω διαδικτύου, αλλά ζωντανά και στους κινηματικούς χώρους.

Ας μην επαναλάβουμε τα λάθη ή μάλλον την παράλειψη του κινήματος σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα, προηγούμενες πολιτιστικές πρωτεύουσες που δεν δόθηκε καν μάχη ενάντια στο θεσμό.

Να μην εμπιστευθούμε τους πολιτικά απαξιωμένους, κληρονόμους της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων, της χειραγώγησης να μας πουλήσουν «ανάπτυξη» και «νέες θέσεις εργασίας».

Να μην χρησιμοποιήσουν τον πλούτο μας και την εργασία μας πάλι για να παραδώσουν π.χ. αρχαιολογικά μουσεία μετά τη λήξη του θεσμού εκτός αστικού ιστού (πάτρα) και να πουλάνε προγράμματα υπερτιμημένα και ποιοτικά κατώτερα σε σχέση ακόμα και με προηγούμενα φεστιβάλ (βλέπε σύγκριση, πάλι Πάτρας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και προηγούμενου Διεθνή φεστιβάλ Πάτρας κα της ποιότητάς του, ιδίως τα πρώτα χρόνια).

Να μην ξεχνάμε τις συνέπειες της Ολυμπιάδας του 2004 για όλη την Ελλάδα.

Ας εμπνευστούμε από την πάλη παγκοσμίως της τάξης μας ενάντια στις φιέστες τους σε Σεούλ, Πόλη του Μεξικού, Βραζιλία.

Ας ξαναδούμε πως η Βαρκελώνη άλλαξε ριζικά με την Ολυμπιάδα και τι σημαίνει ακόμα και σήμερα για το κίνημα εκεί (εκκένωση καταλήψεων, καταστολή κινήματος αυτονομίας Καταλονίας και Βάσκων, μείωση παροχής κοινωνικής κατοικίας, αύξηση τιμών ενοικίων, εξαφάνιση πληθυσμού Roma, κλπ).

Σίγουρα μία πολιτιστική πρωτεύουσα στη Σύρο δεν μπορεί να έχει την ίδια δυναμική, όμως η λογική και οι επιπτώσεις είναι παρόμοιες.

Ο αγώνας συνεχίζεται, καμία συναίνεση

Να μην επιτρέψουμε η εργασία μας να χρηματοδοτήσει προγράμματα που αναδιανέμουν τον πλούτο από κάτω προς τα πάνω.

Να ξαναδιεκδικήσουμε το συλλογικό δικαίωμα στην Πόλη, όχι μόνο ως πρόσβαση, αλλά και ως συμμετοχή στο σχεδιασμό, στις αποφάσεις, στο σχηματισμό της ιστορίας και της διαδικασίας στο χώρο και χρόνο και στις σχέσεις μας μέσα στην πόλη και το νησί που εργαζόμαστε, παίζουμε, μένουμε, μαθαίνουμε, ζούμε.

Να δοθεί ΤΩΡΑ ο φάκελος της υποψηφιότητας της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας στη Δημοσιότητα

Να σταματήσει η διαδικασία υποψηφιότητας και το κόστος της πρότασης να μεταφερθεί σε δράσεις κοινωνικής πολιτικής που είναι αναγκαίες

Σημειώσεις

  1. Βέβαια επειδή οι κωλοτούμπες μπροστά στην «ανάπτυξη», την «επιχειρηματικότητα», τις «επενδύσεις», και την «υπεύθυνη διαχείριση» κλπ δεν είναι ποτέ απίθανες, ας μην βρεθούμε προ εκπλήξεων αν υπάρχουν αλλαγές…
  2. http://www.koinignomi.gr/news/politiki/politiki-syros/2014/10/22/diarroes-omopsyhias.html
  3. http://www.syrostoday.gr/News/12336-Lefta-yparxoyn-gia-Politistiki-Proteyoysa-tis-Eyropis.aspx, http://www.cyclades24.gr/2014-01-15-09-42-24/2014-01-15-10-12-07/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%B1/item/15562-politistiki-prwteuousa-kalamata,peiraias-kai-syros-trexoun-me-xilia.html

4.http://www.tharrosnews.gr/news/content/%C2%AB%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82%C2%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1

  1. http://www.koinignomi.gr/news/politiki/politiki-syros/2015/03/30/pros-apofygi-zimias.html
  2. http://ec.europa.eu/programmes/creative-europe/actions/capitals-culture_en.htm , http://ec.europa.eu/programmes/creative-europe/actions/documents/ecoc-candidates-guide_en.pdf
  3. Όπως η εταιρεία που έχει αναλάβει την προώθηση της υποψηφιότητας και κάνει business με τη «δημιουργική βιομηχανία» http://kulturexperten.de/ ή / και γνωστούς άλλους συμβούλους ευρωπαϊκών προγραμμάτων http://www.welcomeurope.com/
  4. http://eur-lex.europa.eu/legal content/EN/TXT/?uri=uriserv:OJ.L_.2014.132.01.0001.01.ENG παρ.17
  5. Να σημειώσουμε ότι ο προϋπολογισμός των 20 εκατομμυρίων, θεωρείται πολύ συντηρητικός και θα είναι μάλλον θαύμα να περιορισθεί σε αυτό το ποσό. Βέβαια λένε ότι τα έργα και τα έξοδα θα επιμεριστούν σε όλα τα νησιά… Από την άλλη πολλοί προϋπολογισμοί παρόμοιων θεσμών κουκουλώθηκαν, ή ενισχύθηκαν μυστικά από άλλα κονδύλια.
  6. http://business-review.eu/featured/how-much-money-does-it-take-to-be-a-european-capital-of-culture-72435 . Ιδίως στο κομμάτι Public versus private money. Βέβαια το γιατί, τι, που, πότε και πως μία ιδιωτική εταιρεία χρηματοδοτεί , και από την άλλη αντιθέτως καταδικάζει τη μη χρηματοδότηση και άρα και τη μη υλοποίηση είναι ένα θέμα που πολλές φορές περνάει ασχολίαστο. Συν το γεγονός της εξιλέωσής της στην κολυμπήθρα της «κοινωνικής προσφοράς» που ξεπλένει πολιτικές εκμετάλλευσης, καταστροφής περιβάλλοντος κ.α.
  7. http://www.theguardian.com/artanddesign/2015/jan/13/mons-belgium-european-capitals-of-culture-ikea-nail-in-the-coffin, http://www.amicentre.biz/Marseille-Provence-2013-Cultural.html , http://blog.jordannamatlon.com/post/47050290254/culture-attack-marseille-mp2013 , http://www.academia.edu/1272251/The_impact_of_cultural_events_on_city_image_Rotterdam_cultural_capital_of_Europe_2001 .

Επίσης κλασσική και αξιόλογη κριτική για την ανάπλαση από ποιον και για ποιον στα πλαίσια της Γλασκώβης και του Λίβερπουλ ως Πολιτιστικές Πρωτεύουσες www.labforculture.org/en/content/download/63401/527211/file/Gerry%20Mooney_Cultural%20Policy%20as%20Urban%20Transformation.pdf .(στη συγκεκριμένη σελίδα http://www.labforculture.org υπάρχουν ενδιαφέρουσες απόψεις για την ECOC (European Capital Of Culture).

Και επίσης τα αξιόλογα πρακτικά των συνεδρίων Πανεπιστημιακού Δικτύου των Ευρωπαϊκών Πολιτιστικών Πρωτευουσών http://uneecc.org/conference/proceedings/ . Τα οποία συνέδρια ως τουλάχιστον παράλληλος θεσμός με αυτό τον επίσημο της Πολιτιστικής πρωτεύουσας, δεν χαρακτηρίζεται από αυστηρή κριτική βέβαια, αλλά σίγουρα υπάρχουν αρκετά ερωτήματα στα οποία δεν μπορούν όλοι να στρουθοκαμηλίζουν ή/και είναι αποκαλυπτικοί των πολιτικών επιλογών : π.χ. http://uneecc.ulbsibiu.ro/wp-content/uploads/2015/01/I-LiverpoolProceedings.pdf Minorities, margins, peripheries and the discourse of Cultural Capital (Ana-Karina Schneider), European Capitals of Culture as incentives for local transformation and creative economies: tendencies − examples – assessmen (Jürgen Mittag, Kathrin Oerters), European Capital of Culture: whose culture? Lesbian and gay culture in Liverpool (Helen Churchill, Mike Homfray) ή στο δεύτερο τόμο uneecc.ulbsibiu.ro/wp-content/uploads/2015/01/UNeECC_Forum_Volume_2.doc :Cultural Diversity in the Promotion Rhetoric of European Capitals of Culture (Tuuli Lähdesmäki), Mainstream and the Death of University Culture. Or how the rush for innovation threatens creativity (Wim Coudenys), Does an Open Port Widen People’s Minds? (Knud Knudsen),στον 3ο τόμο http://uneecc.ulbsibiu.ro/wp-content/uploads/2015/01/III-UNeECC_Pecs_Conference_Proceedings.pdf :Urban development planning and Culture: conditions for osmosis (Anna Arvanitaki) , στον 4ο http://uneecc.ulbsibiu.ro/wp-content/uploads/2015/01/IV-UNEECC-Proceedings.pdf : Crisis in Culture – Crisis in European Capitals of Culture (Fischer Hatto), Thessaloniki ’97 European Capital of Culture as an establishing mechanism of elite development coalitions: towards a regime approach? (Mantatzis Anestis), στον 5ο π.χ. Urban development beyond the European Capital of Culture programme. The local project class and local partnerships: allies, rivals or foes? (Katalin Fuzer)

  1. Ας θυμηθούμε στην Ολυμπιάδα του 2014 στην Αθήνα που εκδιώχθηκαν από το κέντρο της πόλης οι μετανάστες, πρόσφυγες, χρήστες, άστεγοι και τα αδέσποτα. Βλέπε επίσης κριτική των mega events όπως Ολυμπιάδες, για ελιτισμό, εμπορευματοποίηση, καταναλωτισμό, και βέβαια εξαφάνιση των φτωχών https://ceasefiremagazine.co.uk/olympics-opportunity-cleanse-city/, http://www.hindawi.com/journals/usr/2011/587523/ http://www.academia.edu/9641008/Sport_mega-events_and_leisure_studies, http://krax.typepad.com/krax/2008/10/mega-events-urban-change-and-gentrification-istanbuls-turn.html, http://www.academia.edu/5259715/Gentrification_in_Working-class_Communities_of_Glasgow,
  2. http://balticreports.com/2009/12/30/capital-of-culture-success-or-failure/
  3. http://www.sigmalive.com/news/local/85591/pafos-ektos-proipologismou-i-politistiki-protevousa-2017
  4. Το πολιτισμικό κεφάλαιο (βλ. Μπουρντιέ κ.α.) αναφέρεται σε κοινωνικές τάξεις που από τα γεννοφάσκια τους, τουλάχιστον καταναλώνουν αν όχι εμβαθύνουν σε εκφάνσεις, εκφράσεις του πολιτισμού. Δηλαδή την ακρόπολη δεν τη βλέπουν μόνο από καρτποστάλ, τον Βιβάλντι δεν τον ακούνε μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, γνωρίζουν να ξεχωρίσουν ένα μπαρόκ από ένα μπαουχάους κτίριο κλπ, και όλα αυτά όχι μόνο από τυπική εκπαίδευση, αλλά από την καθημερινότητά τους, και αυτό σημαίνει ότι ένα παιδί εργατών ή/και μικροαστών όσα και φροντιστήρια και να κάνει αυτό το πολιτισμικό κεφάλαιο δεν αποκτάται από τη στιγμή που στο περιβάλλον του ακούνε συνέχεια σκυλάδικα ή οι συζητήσεις είναι για ποδόσφαιρο μόνο. Άρα οι ανώτερες τάξεις με το αντίστοιχο πολιτισμικό κεφάλαιο είναι και οι ικανές να καταναλώσουν αντίστοιχη τέχνη και πολιτισμό (εικαστικές εκθέσεις κλπ). Ακόμα και στη Σύρο βλέπουμε στις παραστάσεις στον Απόλλωνα τις κυρίες με τα λάχανα στο κεφάλι και όχι τις Βρονταδιώτισες. Συνεπώς και οι επισκέπτες ενός mega event που προσφέρει πολιτισμό, θέλουν και αντίστοιχες υπηρεσίες σίτισης, στέγασης, κλπ. που δεν μπορούν να καλυφθούν από rooms to let ή tzatziki, ας θυμηθούμε και την πρόσφατη επίσκεψη Κομνηνού και Σία, και τι και που καταναλώσανε (αν και να μιλάς για πολιτισμικό κεφάλαιο π.χ. για τον Μελισσανίδη είναι λίγο ανέκδοτο).
  5. Δεν υπάρχουν μόνο τα νεοκλασικά στο νησί αλλά και άλλοι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί που «υποβαθμίζονται» γιατί δεν αποπνέουν την πρέπουσα «αρχοντιά» (η λέξη μιλάει από μόνη της). Άρα μόνο τα πλούτη της τότε νέας αστικής και εμπορικής τάξης είναι κατάλληλα προς προώθηση και συντήρηση (αν και τα περισσότερα από αυτά εγκαταλελειμμένα γκρεμίζονται, ενώ ο Δήμος ζητάει πολιτιστική πρωτεύουσα). Βέβαια το κάθε κτίριο με τη δική του ιστορική μνήμη, τον κόπο των εργατών που το χτίσανε, και το μεράκι του κάθε τεχνίτη είναι σεβαστό. Όμως ας μην ξεχνάμε πως ο νεοκλασικός ρυθμός δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη παράδοση και είναι μάλλον εισαγόμενος με καταγωγή από τον συντηρητικό Ρομαντισμό και Κλασικισμό, και βέβαια αποτέλεσε και την επίσημη αισθητική του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και της αντίστοιχης αφήγησής του, που προσπάθησε να θάψει παρελθόντα οθωμανικά, λατινικά κλπ. και να προωθήσει συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική.

17.https://anavastao.espivblogs.net/2015/05/15/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9/[:]

[:en]It’s my party![:]

[:en]Για να σε σίγουρος ότι θα ‘ρθουν όλοι στο πάρτι σου, κλείνεις τα άλλα μαγαζιά. Στην περίπτωση του –ώτατου Δωρόθεου, τις άλλες εκκλησίες. Πολλοί ήταν αυτοί που ξύπνησαν αυτή την Κυριακή με το πάσο τους, χωρίς καμπάνες και ίσως να μην ξέρουν ότι το χρωστάνε στον –ώτατο Δωρόθεο. Ο οποίος για να τιμήσει το δοξασμένο όνομα του, έκλεισε όλες τις άλλες εκκλησίες και κάλεσε όλους τους παπάδες του νησιού στη δική του.

Τα συνηθίζει κάτι τέτοια πρωτότυπα και εξουσιαστικά ο Δωρόθεος. Όπως με το Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Πως βάζεις χέρι σε ένα ταμείο που προορίζεται για τον λαό; Τα κανονίζεις με τους φίλους σου τους υπουργούς, περνάει μέσα σε ένα άσχετο νομοσχέδιο η αλλαγή νομικού καθεστώτος και η άλλη μέρα σε βρίσκει ιδιοκτήτη. Μέσα στο διοικητικό συμβούλιο να αποφασίζεις και να ψηφίζεις με την διπλή σου ψήφο να δώσεις λεφτά στον εαυτό σου. Γιατί το ‘χει δηλώσει παλιότερα σε άρθρο του ο Δωρόθεος “l’eglise c’est moi”, δηλαδή «η εκκλησία είμαι εγώ».

Αλλά δεν έχουν τελειώσει όλα. Πες αλεύρι. Οι Τηνιακοί σε γυρεύουν. Και εμείς είμαστε μαζί τους.[:]

[:en]Γεωλογικό Θαύμα, Τουριστική Προβολή, Ενίσχυση του φακέλου υποψηφιότητας της Πολιτιστικής πρωτεύουσας[:]

[:en]

Γεωλογικό θάυμα στο νησί μας, Τουριστική προβολή, ενίσχυση του φακέλου υποψηφιότητας της Πολιτιστικής πρωτεύουσας

P1030158

Επιτέλους το νησί μας αποκτάει τους λόφους που του αξίζουν.

Οι γραφικοί λόφοι από μπάζα καλύπτουν ευτυχώς την εκτρωματική θέα της θάλασσας, στον παραθαλάσσιο δρόμο προς Αζόλιμνο, προσθέτοντας χαρακτήρα και κυβικά στα παλαιότερα μπάζα του αεροδρομίου.

Τονώντας την τουριστική εικόνα του νησιού μας η ανάπτυξη ήρθε με πέτρες.

Η προσπάθεια ενίσχυσης του βιομηχανικού χαρακτήρα στα πλαίσια της Πολιτιστικής πρωτεύουσας υλοποιείται με τη δημιουργία ορυχίου και των αντίστοιχων λόφων των υλικών της εξόρυξης θυμίζοντας τα ανθρακορυχεία της βικτωριανής εποχής στη Β.Αγγλία.

 

 

Οι φήμες ότι θα αποτελέσουν και τα σκηνικά για την επόμενη τριλογία του Άρχοντα του Δακτυλιδιού, ελέγχονται.

 [:]

[:en]παραγγελίες από Σύρο για ΒΙΟΜΕ, απάντηση anoixtotrito@espiv.net[:]

[:en]Παραγγελία προϊόντων του αυτοδιαχειριζόμενου εργοσταστίου ΒΙΟΜΕ, τα  προϊόντα θα συγκεντρωθούν από το Ανοικτό 3ο απαντήστε με συμπλήρωση του πίνακα στο anoixtotrito@espiv.net και με τα στοιχεία σας: email, όνομα, τηλέφωνο

Χαιρετούμε,
>
> Ως ένδειξη αλληλεγγύης στην προσπάθεια και τον αγώνα των εργαζομένων
> της ΒΙΟ.ΜΕ. μετά τις έντονες πιέσεις που δέχονται αποφασίσαμε να
> στηρίξουμε για άλλη μια φορά εμπράκτως. Γιαυτό επισυνάπτουμε σύνδεσμο
> με τα προϊόντα, συσκευασίες και τιμές για μια μαζική παραγγελία από
> Σύρο.
>
> Στo excel που αποστέλλουμε υπάρχει στήλη “ποσότητα”, στην οποία
> αναγράφετε το ποσό του αντίστοιχου προϊόντος που θα θέλατε να πάρετε.
> Η παραγγελία θα γίνει εφόσον συγκεντρώσουμε τις παραγγελίες μέχρι την
> άλλη Δευτέρα 15/06. Θα υπάρχει ενημέρωση για την ημέρα που θα γίνει η
> παραγγελία αλλά και κατά την προσέλευση των προϊόντων στο νησί για την
> παραλαβή τους.
> **Υπάρχει πιθανότητα πρόσθετης μικρής χρέωσης μεταφορικών της τάξεως
> των 5 – 10 %.
>
> Ακολουθεί το κείμενο των εργαζομένων της ΒΙΟ.ΜΕ.
>
> “Οι εργαζόμενοι της ΒΙΟ.ΜΕ, αγωνιζόμενοι και ελεύθεροι από αφεντικά,
> αντιστεκόμαστε, παρ΄ όλες τις πιέσεις και τις “μυστικές” δικαστικές
> ενέργειες που γίνονται. Εμείς, επιμένουμε να είμαστε εργαζόμενοι, και
> μέσα στο εργοστάσιο με βασικό μας αίτημα “τα εργοστάσια και η
> διαχείριση του πλούτου, σε αυτούς που παράγουν”.
>
> Με όλες τις προτάσεις μας και τις πράξεις στην καθημερινή συμμετοχή,
> και ενημερωμένα σύμφωνα με ότι έχουμε συναποφασίσει μαζί με την
> κοινωνία που μας περιβάλει, συνεχίζουμε. Έχουμε σημαία την απόλυτη
> ελευθερία μας, μιας και δεν περιμένουμε τις καλύτερες μέρες που μας
> υπόσχονται, αλλά αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε τις μέρες μας
> καλύτερες. Σήμερα για μας αλλά και ώς μια πρόταση προς την πληττόμενη
> κοινωνία.
>
> Αποφασίσαμε να μην παραδώσουμε το εργοστάσιο σε όποιον και αν
> δοκιμάσει να κάνει ζημιά σε ότι έχουμε αποφασίσει και προτείνει προς
> την κοινωνία, μα και προς πολιτικές παρατάξεις και υπουργεία.
>
> Εμείς κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας για μια λύση συνολική για να
> λυθεί το θέμα της λειτουργίας του εργοστασίου με προτάσεις προς κάθε
> κατεύθυνση χωρίς να ακούσουμε αντίλογο και αντιπρόταση. Άρα ότι και αν
> συμβεί από δω και πέρα την απόλυτη ευθύνη την έχουν οι αρχές και οι
> “δημοκρατικοί” εκπρόσωποι μας.
>
> Επιμένουμε αγωνιζόμενοι για δικαίωμα στην εργασία και την αξιοπρέπεια.”

και το αρχείο….

Προϊόντα συσκευασίες τιμές ποσότητα
καθαριστικό γενικής χρήσης (πράσινο μήλο) 1 λίτρο 1,2
4 λίτρα 4,5
καθαριστικό γενικής χρήσης   (λεμόνι) 1 λίτρο 1,2
4 λίτρα 4,5
υγρό πλυντηρίου ρούχων 1 λίτρο           (12 πλύσεις) 1,2
4 λίτρα           (48 πλύσεις) 4,5
σκόνη πλυντηρίου ρούχων 500 γρ.         (33 πλύσεις) 3,3
καθαριστικό τζαμιών 1 λίτρο 1,5
μαλακτικό ρούχων 1 λίτρο 1,2
4 λίτρα 4,5
κρεμοσάπουνο χεριών (πράσινο σαπούνι) 500ml 1,5
1 λίτρο 2,5
κρεμοσάπουνο χεριών (άσπρο σαπούνι) 500 ml 1,5
1 λίτρο 2,5
πλάκα σαπούνι με 4 έλαια 120 γρ. 1,5
250 γρ. 3
εκθαμβωτικό πιάτων 400ml 1
καθαριστικό πιάτων εκθαμβωτικό 500ml 1,5
καθαριστικό πιάτων φυσικό 500ml 1,3
καθαριστικό αλάτων 1 λίτρο 3

[:]

[:en]ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ[:]

[:en]

ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Η πρώτη νύχτα ανήκει στον αφέντη

Διατάσουμε όπως σε κανένα δουλικό να μην επιτραπεί η είσοδος στο Βασιλικό Θέατρο στις 29/5/2015. Ακολουθώντας τα πατροπαράδοτα έθιμα του νησιού μας – σύμφωνα με τα οποία την πρώτη νύχτα του γάμου γαμεί μόνο ο αφέντης – απαγορεύεται αντίστοιχα η είσοδος, αλλά και η κυκλοφορία σε ακτίνα 1 χιλιομέτρου γύρω από το θέατρο για τους κοινούς θνητούς, 1 ώρα πριν και μετά την παράσταση: Η Μεγάλη Χίμαιρα. Την ασφάλειά μας θα την διασφαλίσουν οι φουσκωτοί λακέδες μας μαζί με τον τοπικό σερίφη. Τα μέτρα αυτά θεωρούνται αναγκαία και για τα δουλικά μας για να μην στραβωθούν από τη λάμψη της εκλαμπροτητάς μου αλλά και γιατί εγώ στήνω την παράσταση, εγώ δίνω χορηγίες και υποτροφίες, εγώ αποφασίζω ποιος, τι, που και πότε. Ιδίως τη μέρα που έχω καλεσμένους και άλλους καραβοκύρηδες με τις οικογένειές τους και μετρέσες, για να τους θαμπώσω με τα αρχοντικά μου και τα θέατρά μου, δεν γίνεται να υπάρχει επαφή με τους παρίες.

Διατάσεται επίσης το τοπικό τσιράκι και επιστάτης της δεσποτείας μου να κανονίσει να υπάρχει αντίστοιχος χώρος και ασφάλεια για τις άμαξες και τα σκάφη στο λιμάνι, πρώτο τραπέζι πίστα, αλλά πάντα μακριά από τους αθίγγανους.

Η εξοχώτης Α.Κ.

[:]