[:en]ΜΜΕ – συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησε μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ Opression στα σκαλάκια της Μεταμόρφωσης[:]

[:en]«Και τι θα άλλαζε αν υπήρχε πολυφωνία στα ελληνικά ΜΜΕ;» Κάπως έτσι τέθηκε το ερώτημα από κάποιον κύριο στη συζήτηση που ξεκίνησε μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ Opression στα σκαλάκια της Μεταμόρφωσης, με τη συν-δημιουργό του ντοκιμαντέρ παρούσα. Η ερώτηση αμφισβητούσε ευθέως τη σχέση επίδρασης ΜΜΕ και πολιτικής, ακόμη και αν είχε διατυπωθεί στη βάση μιας μηδενιστικής αντίληψης. Οι παριστάμενοι βέβαια απάντησαν. Απάντηση δινόταν και στο ντοκιμαντέρ από την καθηγήτρια ΜΜΕ του Αριστοτελείου, η οποία είπε ότι «ο ελλειμματικός τρόπος διαχείρισης της πληροφορίας οδηγεί σε πολιτική απάθεια*»  (σε ελεύθερη απόδοση). Προς επίρρωση αυτών των απαντήσεων παραθέτουμε εδώ κάποια θεωρητικά κείμενα που μιλούν για τη σχέση ΜΜΕ και πολιτικής. Οι ενότητες προέρχονται από μία άλλη διπλωματική εργασία (όπως και το ντοκιμαντέρ), η οποία εστίαζε στον τρόπο με τον οποίο τα ελληνικά μμε υποδέχτηκαν τις αρνητικές κοινωνικές αναπαραστάσεις του γερμανικού τύπου για τον τεμπέλη και κλέφτη Έλληνα. Ο τρόπος της υποδοχής συνδεόταν με την πολιτική κοινωνικοποίηση που συντελείται μέσα από τα μμε και δη τον ελληνικό Τύπο. Σίγουρα τα κομμάτια θα φανούν αποσπασματικά. Το ποστ είναι θεωρητικό και μεγάλο.  Διανύουμε ωστόσο βδομάδα έντονης πολιτικής προπαγάνδας και οι πληροφορίες, λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέρουσες, μπορεί να δένουν με τις σκέψεις μας. Το πλήρες κείμενο της διπλωματικής προσφέρεται για ανάγνωση σε όποιον ενδιαφέρεται (ζητήστε το στο anavastao@espiv.net). Εδώ γίνεται αναφορά στις έννοιες της κοινής γνώμης, της σχέσης μμε και κοινού, της αισθητικοποίησης της πολιτικής, του Τύπου γενικότερα και ειδικότερα στην Ελλάδα και της πολιτικής κοινωνικοποίησης μέσα από τα μμε.

*(Η άρνηση πολιτικής συμμετοχής δεν πρέπει να ταυτίζεται με την απολιτική συμπεριφορά. Υπό ορισμένες πολιτικές συνθήκες, όπως λ.χ. σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, μπορεί να αποτελεί πράξη πολιτικής αντίστασης. Όμοια, δεν πρέπει να συγχέεται η πολιτική αποστασιοποίηση, δηλαδή η απλή τήρηση αποστάσεων από τον τομέα της πολιτικής, με την πολιτική απάθεια. Όταν η πολιτική αδιαφορία είναι προϊόν τυφλής αποδοχής του πολιτικού πεπρωμένου ορίζεται ως πολιτική απάθεια, η οποία, εκτός των άλλων, συνδέεται με τον αυταρχικό χαρακτήρα, έτσι όπως ορίστηκε από τον Adorno και την ομάδα του (1969), και αποτελεί πολιτική συμπεριφορά συμβατή με την καταναλωτική κοινωνία, όπως έδειξε η μελέτη του Riesman (1950) (Lenk, 1990:158-176).)

vejlekunst_9

  • Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Κοινό

Μεγάλο μέρος μελετών και θεωρητικών αναλύσεων έχει αφιερωθεί στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των μέσων επικοινωνίας και του κοινού. Στις πρώτες κριτικές θεωρίες επικράτησε η άποψη της κυριαρχίας της πολιτιστικής βιομηχανίας επί του κοινού των μέσων επικοινωνίας. Ο αναγνώστης, θεατής ή ακροατής γινόταν περισσότερο αντιληπτός ως παθητικός δέκτης των συμβολικών περιεχομένων, αδύναμος να παρέμβει, να απορρίψει ή να αντιστρέψει τη σημασιοδότηση τους[1].

Οι μετέπειτα αναλύσεις των μέσων θα προσδώσουν μεγαλύτερη αυτονομία και δυνατότητα ελέγχου στο κοινό των μέσων. Η πρόσληψη των μηνυμάτων των ΜΜΕ θα οριστεί ως μία ερμηνευτική διαδικασία, που απαιτεί την ενεργή συνεισφορά του ερμηνευτή και γι’ αυτό διαφέρει μεταξύ ατόμων ή ομάδων. Η διαδικασία είναι αργή και σωρευτική και μέσα από αυτή διαμορφώνεται η ταυτότητα του ερμηνευτή[2].

Αν και τα μέσα επικοινωνίας έχουν ρόλο στην συγκρότηση των κοινωνικών ταυτοτήτων, ταυτόχρονα υπάρχει κάτι προδικασμένο στην σχέση πρόσληψης και ερμηνείας. Το κάθε άτομο φέρει στη διαδικασία τις προσωπικές του γνώσεις, μνήμες και αναπαραστάσεις[3]. Αυτό υπαινίσσεται και η γνωστή ρήση για τον τύπο ˗˗ όπου οι επιλογές είναι πιο σταθερές ˗˗ «κάθε εφημερίδα έχει τους αναγνώστες της». Κάθε κείμενο απευθύνεται σε αναγνώστες με συγκεκριμένη γνωστική και γλωσσική επάρκεια, κατόχους πολιτισμικών κωδίκων που διευκολύνουν την ερμηνεία των μηνυμάτων.

«..η αντίληψη μπορεί να θεωρηθεί μια διαδικασία αναγνώρισης μέσω της οποίας προτάσεις του κειμένου εντάσσονται στις δομές των προϋπαρχουσών γνώσεων της μνήμης.» (Burguet, Girard, 2006:218).

Δίχως να υποτιμάται η συμβολή των μέσων επικοινωνίας στην παροχή γνωστικών ερεθισμάτων, είναι απαραίτητη η επισήμανση της απεύθυνσης σε ένα κοινό προσαρμοσμένο στη χρήση συμβολικού κεφαλαίου[4]. Όπως προσδιορίζεται και από τη θεωρία των επικοινωνιακών κενών[5], δηλαδή των κενών γνώσης που προκύπτουν από την χρήση των ΜΜΕ στις διαφορετικές ταξικά ομάδες, η διαφορά «εκκίνησης» διαμορφώνει και την αποκωδικοποίηση αλλά και τη χρήση των συμβολικών αγαθών.

Η θεωρία της διπλής ροής των πληροφοριών, των Katz και Lazarsfeld, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η πρόσληψη των πληροφοριών στο εσωτερικό των ομάδων. Τα μηνύματα αποκτούν νόημα μετά από την επεξεργασία που υπόκεινται από τους σημαντικούς άλλους, δηλαδή τα πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος, τους φίλους, πρόσωπα κύρους στην κοινότητα κ.ά.[6]. Η διφασική ροή των πληροφοριών, θεωρείται πια ξεπερασμένη[7], όμως το κεντρικό νόημα, ότι η επίδραση των μέσων επικοινωνίας βασίζεται στη διαπροσωπική επικοινωνία, συνετέλεσε στην ανάπτυξη ενός τομέα ερευνών. Σήμερα, οι θεωρητικοί συγκλίνουν στο ότι η πραγματική αλληλεπίδραση μέσων και κοινού έχει πολλά ενδιάμεσα επίπεδα και ο αριθμός τους ποικίλει κατά περίπτωση (μοντέλο πολλαπλών φάσεων)[8].

Πέρα, ωστόσο, από τους τρόπους πρόσληψης των μηνυμάτων των ΜΜΕ, δηλαδή το πώς ερμηνεύεται η πληροφορία, η θεωρία της επιλογής θεματολογίου, προσδιορίζει τη σημασία που έχει η εξουσία των μέσων στο να καθορίζουν ποιες πληροφορίες θα προσληφθούν από το κοινό. Η επιλογή των πληροφοριών που θα διαχυθούν στα μέσα ανήκει αποκλειστικά στα ίδια τα μέσα και αφορά μία τεράστια δύναμη χειραγώγησης. Τα μέσα καθορίζουν όχι τον τρόπο σκέψης του κοινού αλλά τα θέματα και με αυτό τον τρόπο ταξινομούν και οργανώνουν τον κόσμο σε νοητικό επίπεδο. Η θεωρία διακρίνει τρία είδη θεματολογίου, αυτό των μέσων, του κοινού και της πολιτικής. Στην πιο απλή και άμεση εκδοχή της θεωρίας, το θεματολόγιο των μέσων επηρεάζει το θεματολόγιο του κοινού, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει το θεματολόγιο της πολιτικής[9].

Μία ακόμη λειτουργία των μέσων επικοινωνίας είναι η συγκρότηση φαντασιακών κοινοτήτων, όπως επισημαίνεται από τον Thompson. Την ιδέα την συναντούμε και στη μελέτη πρόσληψης των συμβολικών προϊόντων όπου συχνά συγκροτούνται ερμηνευτικές κοινότητες, γύρω από το μέσο επικοινωνίας, το περιεχόμενο του και το κοινό νόημα που αποδίδεται[10]. Τέτοιες κοινότητες μπορούν να αποτελούν οι αναγνώστες των μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας της Ούρσουλα Λε Γκεν ή οι θεατές της τηλεοπτικής σειράς Games of Throne. Με αυτό τον τρόπο, η διαδικασία ερμηνείας του συμβολικού περιεχομένου, μπορεί να φέρνει κοντά και να κοινωνικοποιεί υποκείμενα από διαφορετικές πρωταρχικές ομάδες.

Ο Thompson, ωστόσο, αναφέρεται κυρίως στην αλλαγή των χωρικών και χρονικών[11] συνθηκών της επικοινωνίας. Μέσα από την χρήση τεχνικών μέσων οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν και να επηρεάζουν την πορεία γεγονότων που συμβαίνουν σε τόπους απομακρυσμένους, αλλάζοντας κατά μία έννοια, τον τρόπο άσκησης της εξουσίας[12]. Αφού καταλύονται τα όρια του χρόνου και του χώρου, αλλάζει τοιουτοτρόπως και το αίσθημα του ανήκειν.

«Όπως όμως η αντίληψη μας για το παρελθόν εξαρτάται όλο και περισσότερο από διαμεσολαβημένες συμβολικές μορφές και η αντίληψη μας για τον κόσμο και τη θέση μας σε αυτόν καλλιεργείται όλο και περισσότερο από τα προϊόντα των ΜΜΕ, έτσι και η αντίληψη μας για τις ομάδες και τις κοινότητες με τις οποίες μοιραζόμαστε μια κοινή πορεία στον χρόνο και το χώρο, μια κοινή αφετηρία και κοινή μοίρα, έχει μεταβληθεί: αισθανόμαστε τους εαυτούς μας να ανήκουν σε ομάδες και κοινότητες που έχουν συσταθεί εν μέρει, μέσω των ΜΜΕ.» (Thompson, 1999:68).

Η δύναμη στην δημιουργία κοινοτήτων από τα ΜΜΕ, κοινοτήτων προσομοίωσης σύμφωνα με τις επισημάνσεις του Baudrillard, υποδηλώνεται κυρίως στην δυνατότητα αποκλεισμού από αυτές. Όπως στο παράδειγμα, της «ευρωπαϊκής οικογένειας», για την οποία ως κοινότητα δεν αρκεί η θεσμική ένταξη στην Ε.Ε. αλλά και η τήρηση των ηθικών αξιών που υπαγορεύουν τα μέσα επικοινωνίας.

  • Κοινή γνώμη

Το ζήτημα της κοινής γνώμης αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης για τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες. Η κοινή γνώμη ορίζεται γενικά περισσότερο ως η επιτομή των απόψεων που εκφράζονται δημόσια, οι γνώμες που αφορούν δημόσια θέματα και οι θέσεις του κοινού ως μίας ενιαίας ομάδας παρά ως μικρότερες ομάδες ατόμων[13].

Το 1973, ο Bourdieu «κατήγγειλε» ότι «η κοινή γνώμη δεν υπάρχει»[14]. Με αυτόν τον αφορισμό ήθελε να υποδείξει ότι η κοινή γνώμη αποτελεί ένα αμιγώς ιστορικό αντικείμενο που λειτούργησε εξαρχής ως μια ισχυρή δύναμη πολιτικής νομιμοποίησης[15]. Οι σφυγμομετρήσεις κοινής γνώμης προτείνουν προβληματικές που είναι υποταγμένες σε άδηλα πολιτικά συμφέροντα. Επιπλέον, παρά την αναγνώριση της επιστημονικότητας των μετρήσεων από τα μέσα, οι τεχνικές που ακολουθούνται είναι κατευθυντικές και αμφιλεγόμενες[16].

Μολαταύτα, η κοινή γνώμη καθιερώθηκε ως μηχανισμός παραγωγής αλήθειας[17] μέσα από τον τύπο και τα ινστιτούτα δημοσκοπήσεων αλλάζοντας το πολιτικό παιχνίδι. Αυτό που συγκεντρώνουν οι δημοσκοπήσεις είναι το πολύ επιφανειακό προϊόν της επίδρασης που είχαν ασκήσει προηγουμένως τα ίδια τα μέσα σε αυτούς που τα διαβάζουν ή τα παρακολουθούν[18]. Έτσι νομιμοποιούνται οι πολιτικές θέσεις των μέσων επικοινωνίας και καθιερώνεται η εξουσία τους έναντι της πολιτικής εξουσίας[19] μέσα από την υποτιθέμενη λαϊκή γνώμη και, κατ’ επέκταση, βούληση.

Η ψευδαίσθηση της κοινής γνώμης, δεν επιτρέπει μόνο τη δημοσιογραφική επιρροή στο πολιτικό πεδίο, αλλά μεταβάλλει και την ατομική πολιτική έκφραση και δράση. Καθώς

«..οι μόνες γνώμες που φαίνεται να μπορούν να εκφράζονται δημοσίως είναι εκείνες που έχουν στατιστικά την πλειοψηφία στις δημοσκοπήσεις, καθώς η πρακτική της δημοσκόπησης κατασκευάζει, και την ίδια στιγμή ακυρώνει, τη μειοψηφούσα, αντίθετη, περιθωριακή, ακατανόητη, με δυο λόγια, «μη νόμιμη» γνώμη» (Champagne, 2006:197).

Το κοινό δείχνει να γνωρίζει ποια είναι η επικρατούσα άποψη, βάσει μιας στατιστικής αίσθησης, όπως κατονομάζεται από την Noelle – Newman (1984). Στηριζόμενοι σε αυτή την αίσθηση αυτοί που γνωρίζουν ότι οι απόψεις τους είναι «δημοφιλείς» τις εκφράζουν ανοιχτά, ενώ αυτοί που αντιλαμβάνονται ότι οι απόψεις τους δεν συγκαταλέγονται στις «νόμιμες» σιωπούν. Δημιουργείται έτσι, το φαινόμενο της σπειροειδούς κίνησης της σιωπής, το οποίο προκαλείται από τον φόβο της απομόνωσης. Τα υποκείμενα που κάνουν χρήση των μέσων, αντιλαμβάνονται ποια είναι ή ποια θα είναι η κοινή γνώμη, έτσι όπως προβάλλεται από τα μέσα, και αποκρύπτουν την διαφοροποίηση τους για να αποφύγουν την κριτική ή τον κοινωνικό αποκλεισμό[20].

Η μελέτη της Noelle – Newman αποκαλύπτει την αδυναμία που βιώνουν τα άτομα απέναντι στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Τα μέσα με τη σειρά τους δημοσιοποιούν μόνο τις γνώμες που εκφράζονται δημόσια και η σπειροειδής κίνηση της αποσιώπησης συνεχίζεται.[21] Το φαινόμενο αυτό, μεταφερόμενο στο πεδίο της πολιτικής έκφρασης και δράσης, ευθύνεται για την καθήλωση και την αδυναμία των κοινωνικών υποκειμένων να προωθήσουν κοινωνικές αλλαγές. Παρ’ όλα αυτά ή ακριβώς εξαιτίας όλων αυτών, η συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες μπορεί να άρει τους φόβους και να εξασφαλίσει την ελεύθερη και ακηδεμόνευτη έκφραση.

  • Αισθητικοποίηση της πολιτικής

Η σχέση μεταξύ πολιτικής και μέσων μαζικής επικοινωνίας χαρακτηρίζεται από δραστικότητα και μεταβλητότητα. Τα μέσα επικοινωνίας δεν επιδρούν μόνο στη σκοποθεσία της πολιτικής, αλλά μεταβάλλουν και αισθητικοποιούν την μορφή και το περιεχόμενο της.

«Στο πλαίσιο της αισθητικοποίησης της πολιτικής, η έμφαση τοποθετείται στο πολιτικό ύφος και όχι στο πολιτικό περιεχόμενο, στα πρόσωπα και όχι στις ιδεολογικές διαφορές και αντιγνωμίες, στην κινούμενη εικόνα (στο φαίνεσθαι) και όχι στην ουσία.» (Δεμερτζής, 2002 στο Τσέκερης, 2008:30).

Η αισθητικοποίηση ή αλλιώς μιντιοποίηση της πολιτικής γίνεται περισσότερο εμφανής στην προεκλογική περίοδο, κατά την οποία τα κόμματα επενδύουν τεράστια ποσά στην πολιτική της επικοινωνίας και του συμβολισμού. Οι πολιτικοί προσλαμβάνουν συμβούλους επικοινωνίας για να επιμεληθούν την εικόνα τους, η οποία αποτελεί σημαντικό παράγοντα της επιτυχίας τους[22].

Η επιβολή αισθητικών όρων στην πολιτική, η μετατροπή της σε θέαμα, φτωχοποιεί και τον πολιτικό λόγο. Η πολιτική επιχειρηματολογία τείνει να ταυτίζεται με μια ρητορική αυτοαναφορικότητας, που απομακρύνεται αδιάλειπτα από τον γόνιμο διάλογο. Ο εκμαυλισμός της πολιτικής ζωής συνεπάγεται την αδιαφορία των πολιτών και τη γενικότερη απαξίωση της πολιτικής[23].

Αυτή είναι, τουλάχιστον, η επικρατούσα άποψη σχετικά με την μιντιοποίηση της πολιτικής. Ωστόσο, ορισμένοι μελετητές αντιτείνουν ότι μέσα από την αισθητικοποίηση, τη δομική σύζευξη – όπως την αντιλαμβάνονται- των συγκινήσεων και του πολιτικού λόγου, η πολιτική ορθολογικότητα επαναπροσδιορίζεται προκειμένου να συμπεριλάβει την πολιτική νοημοσύνη των απλών πολιτών. Με αυτό τον τρόπο, προκρίνεται η ενεργητική συμμετοχή στις δημοκρατικές διαδικασίες[24].

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ποιότητα του πολιτικού λόγου συναρτάται  με τον τρόπο παρουσίασης του από τα μέσα επικοινωνίας. Αντί να αποτελεί προϊόν διαβούλευσης εντός της δημόσιας σφαίρας, προκύπτει μέσα από μοντάζ ή σελιδοποίηση πριν και μετά την εκφορά του.

  • Τύπος. Γνωρίσματα και λειτουργίες

Ο Τύπος αποτελεί το μακροβιότερο μέσο επικοινωνίας, συγκρότησης και αναπαράστασης της καθημερινότητας των τοπικών κοινωνιών και του κόσμου. Η σταθερή του σχέση με το κοινό οδηγεί, συχνά, σε σχέσεις εγγύτητας και για πολλούς αναγνώστες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής τους ζωής.

Κάθε εφημερίδα καθορίζει τους στόχους της, σύμφωνα με την εικόνα που έχει διαμορφώσει για την ίδια και το ρόλο της στο κοινωνικό πεδίο. Προκύπτουν δύο βασικές κατηγορίες τύπου, ο αστικός και ο λαϊκός, ανάλογα με το κοινό στο οποίο  απευθύνονται και το θεματολόγιο τους. Κάθε μορφή τύπου διαθέτει και το ανάλογο δημοσιογραφικό σενάριο. Στο λαϊκό σενάριο είναι εντονότερο το αφηγηματικό στοιχείο, η σχέση με το βίωμα, η απλή γλώσσα, ενώ στο αστικό, ο λόγος είναι έμμεσος, καθώς απευθύνεται σε ένα καλλιεργημένο αναγνωστικό κοινό[25].

Πέρα από τον υφολογικό χαρακτήρα, ο λόγος κάθε εντύπου υπαγορεύεται και από την ανάγκη προσέλκυσης του αναγνωστικού κοινού. Οι νόμοι της αγοράς προτάσσουν ένα λόγο ρητορικό που αποσκοπεί στο να τραβήξει την προσοχή[26]. Οι συντάκτες εγκαταλείπουν την αντικειμενικότητα του πληροφοριακού λόγου και χρησιμοποιούν, όλο και περισσότερο, μεθόδους δραματοποίησης, με στόχο την επίκληση του συναισθήματος. Η συναισθηματική ένταση θεωρείται ότι διεγείρει την απομνημόνευση, στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να έχει και ανασταλτική δράση[27].

Όπως προαναφέρθηκε, στην ερμηνευτική διαδικασία επιστρατεύονται οι προσωπικές αντιλήψεις και αναπαραστάσεις των αναγνωστών. Είναι επόμενο οι αναγνώστες να αναγνωρίζουν στην ταυτότητα της εφημερίδας στοιχεία της δικής τους. Δημιουργείται λοιπόν, άρρητα, ένα σιωπηρό συμβόλαιο μεταξύ των προσδοκιών εκείνων που παράγουν το λόγο και εκείνων που τον αποδέχονται. Οι συντάκτες εκφέρουν το λόγο τους κατά τρόπο ώστε αυτός να είναι αναγνωρίσιμος και στοχευμένος και οι αναγνώστες εξοικειώνονται με τη μορφή και το περιεχόμενο αυτού του λόγου, τον προβλέπουν και τον αναμένουν. Το επικοινωνιακό συμβόλαιο μεταξύ Τύπου και αναγνωστών αποτελεί μία αλληλεπιδραστική επικοινωνιακή σχέση που εξελίσσεται ανατροφοδοτικά και από τα δύο μέρη[28].

«Όσο πιο τακτική είναι η επικοινωνιακή κατανάλωση, τόσο περισσότερο εδραιώνονται μηχανικοί τρόποι ανάγνωσης και τόσο περισσότερο ο αναγνώστης τείνει να διαβάζει και να ερμηνεύει τα κείμενα σε συνάρτηση με τις προσδοκίες που έχει για τον εκφερόμενο λόγο.» (Burguet, Girard, 2006:229).

Στη θεωρία της εξάρτησης από τα μέσα[29], διατυπώνεται ότι οι αναγνώστες εξαρτώνται από τη χρήση των μέσων για να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες ανάγκες και να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους. Η κοινωνική σταθερότητα είναι μία πολύ σημαντική παράμετρος στη θεωρία της εξάρτησης.

«Όταν η κοινωνική αλλαγή και η κοινωνική σύγκρουση είναι υψηλές, τότε οι εδραιωμένοι θεσμοί, οι πεποιθήσεις και οι πρακτικές αμφισβητούνται, επιβάλλοντας έτσι μια επαναξιολόγηση και ίσως νέες επιλογές σε σχέση με την κατανάλωση των μέσων. Σε τέτοιες περιόδους αυξάνεται η εξάρτηση σας από τα μέσα για πληροφόρηση.» (Littlejohn, Foss, 2012:359).

Συνεκτιμώντας τη θέση ότι το κοινό που ενδιαφέρεται για την πολιτική επιλέγει τη χρήση του Τύπου περισσότερο από τα άλλα μέσα[30], προκύπτει μία αυξημένη εξάρτηση από τον Τύπο σε περιόδους πολιτικής κρίσης, όπως αυτή που διανύει η Ελλάδα σήμερα. Η επισήμανση αυτή, σε συνδυασμό με την επιρροή των μέσων σε γνωστικό, συναισθηματικό και συμπεριφορικό[31] επίπεδο, προσδίδει στην πολιτική κοινωνικοποίηση του Τύπου μεγαλύτερη ένταση και ισχύ.

  • Τύπος στην Ελλάδα

Ο Τύπος στην Ελλάδα, όπως και αλλού, αντανακλά τις αλλαγές στην κοινωνία και, κατ’ επέκταση, τις ειδικές συνθήκες συγκρότησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο ρόλος του Τύπου στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στο πολιτικό πεδίο, αποτυπώνεται στη πορεία εξέλιξης του, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και ιστορική μαρτυρία.

Η ανάπτυξη του σύγχρονου ελληνικού Τύπου συνέπεσε με την δημιουργία των πολιτικών κομμάτων στα τέλη του 19ου αιώνα. Την περίοδο εκείνη κάθε πολιτική οργάνωση διέθετε τη δική της εφημερίδα. Παρά τον σταδιακό διαχωρισμό, οι εφημερίδες διατήρησαν την πολιτική τους ταυτότητα. Για κάποιες εφημερίδες η ιδεολογική ταυτότητα θα συνδεθεί στο μέλλον ευρύτερα με πολιτικούς χώρους – της δεξιάς, του κέντρου ή της αριστεράς – ωθούμενη από την  ανάγκη προσέγγισης ενός ευρύτερου φάσματος αναγνωστών σε καιρούς οικονομικών δυσκολιών[32].

Καθοριστική στην εξέλιξη του ελληνικού Τύπου θα είναι και η μεταβολή στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο. Η ελληνική ραδιοτηλεόραση δεν ξέφυγε ποτέ από τον κρατικό έλεγχο και παρεμβατισμό[33]. Λειτούργησε ως «κρατική ιδεολογική μηχανή»[34] και απώλεσε σημαντικό μέρος της δημόσιας αξιοπιστίας της. Αυτή η συνθήκη έδωσε πλεονέκτημα στις εφημερίδες και στις δεκαετίες του ’70 και ’80, ο ημερήσιος αθηναϊκός Τύπος αποτέλεσε το κυριότερο μαζικό μέσο διανομής πολιτικής πληροφορίας[35]. Η κατάργηση, ωστόσο, του κρατικού μονοπωλίου στον οπτικοακουστικό χώρο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, θα μεταλλάξει ραγδαία το σκηνικό της μαζικής επικοινωνίας στην Ελλάδα[36].

Θα ακολουθήσει μία άναρχη εμπορευματοποίηση του οπτικοακουστικού χώρου[37] καθώς και η είσοδος επιχειρηματιών με οικονομικές δραστηριότητες στον κατασκευαστικό τομέα, την ναυτιλία κ.ά.[38]. Πολλές ημερήσιες εφημερίδες με κυκλοφορία σε εθνικό επίπεδο γίνονται τμήμα ευρύτερων οικονομικών ομίλων. Δημιουργείται, κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδιωτικό ολιγοπώλιο στο επικοινωνιακό πεδίο της χώρας[39]. Οι ειδικοί παράμετροι στην Ελλάδα αφορούν στη στενή σχέση συμφερόντων μεταξύ ιδιοκτητών ομίλων ΜΜΕ και πολιτικών παραγόντων.

Λόγω του έντονου κρατισμού στην οικονομία και των ειδικών συμφερόντων των ιδιοκτητών των μέσων, η επικοινωνία κατέστη πεδίο ρύθμισης των σχέσεων των ελίτ της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Οι ιδιοκτήτες που μάχονται για κρατικές συμβάσεις ασκούν πιέσεις στους πολιτικούς και εκείνοι με τη σειρά τους επιλέγουν συνεργασίες με μέσα που θα κατευθύνουν θετικά την κοινή γνώμη προς τη διατήρηση της δικής τους εξουσίας[40].

Η ελληνική δημοσιογραφία πέρασε από τον κρατικό έλεγχο στον έλεγχο της αγοράς, διατηρώντας τις αποστάσεις της από την ουδετερότητα. Η ερμηνευτική πληροφόρηση παρέμεινε το κυρίαρχο μοντέλο, τουτέστιν, γεγονότα και σχόλια αναμιγνύονται ελεύθερα. Οι δημοσιογράφοι, είτε κατ’ επιλογήν[41] είτε καθ’ υπόδειξη[42],  παράγουν ένα λόγο μεροληπτικό, χρωματισμένο και υπερβολικό[43].

«Ένα από τα βασικά, συνεπώς, γνωρίσματα του δημοσιογραφικού λόγου είναι η ιδεολογική του χρήση με σκοπό την εξυπηρέτηση συμφερόντων που συνδέονται με παράγοντες όπως η ιδεολογική ταυτότητα της εφημερίδας και το ιδιοκτησιακό της καθεστώς.» (Λέανδρος κ.ά., 2011:242).

Αυτό θα έχει ως συνέπεια, σε περιόδους απαξίωσης της πολιτικής, το ελληνικό κοινό[44] να αποσύρει το ενδιαφέρον του από τον Τύπο. Η εδραίωση πολιτικών δεσμών και πολιτικής ταυτότητας μιας εφημερίδας, εκμηδενίζει την αξιοπιστία της σε αναλύσεις θεμάτων με πολιτικές προεκτάσεις[45]. Για τους αναγνώστες η σχέση μεταξύ μέσων επικοινωνίας και πολιτικής είναι πέρα από έκδηλη και δεδομένη.

Η έννοια της αυτονομίας των μέσων επικοινωνίας, ως ενός επιμέρους συστήματος της κοινωνίας, δεν κατόρθωσε να αναπτυχθεί ποτέ στην Ελλάδα[46]. Επομένως, «ο δημοσιογραφικός χώρος δεν έχει αυτονομηθεί ιδεολογικά, ώστε να προσδιορίζει αποφασιστικά τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης. Δημοσιοποιεί ωστόσο και ενορχηστρώνει ορισμούς της κατάστασης, που απορρέουν είτε από το κομματικό σύστημα είτε από τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τις όποιες διαπλοκές του με τον εκδοτικό χώρο» (Αχείμαστος, Κομνηνού, 1996:413). Ενίοτε αποσιωπά γεγονότα που υποδεικνύουν το εύρος αυτής της διαπλοκής[47]. Γι’ αυτούς τους λόγους, ίσως να είναι αρκετά ρεαλιστική η διαπίστωση ότι η ανεξάρτητη φωνή των ΜΜΕ δεν ακούστηκε ποτέ στην Ελλάδα!

  • Πολιτική Κοινωνικοποίηση  και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας

Στις κοινωνιολογικές θεωρίες αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο η συμβολή των μέσων στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας του ατόμου. Ο Ρήσμαν (2001) αναφέρει ότι έχουμε περάσει στην εποχή της ετεροστρέφειας[48], όπου το άτομο προσδιορίζει τους στόχους και τη συμπεριφορά του μέσα από την παρατήρηση των επιθυμιών και των ενεργειών των «άλλων» και τη συμμόρφωση του προς αυτές. Στους «άλλους» συγκαταλέγονται ο άμεσος κύκλος του ατόμου αλλά και ο «ανώτερος» κύκλος των ανώνυμων φωνών των μέσων επικοινωνίας[49].

Το άτομο στρέφεται στα μέσα επικοινωνίας για καθοδήγηση στον σχεδιασμό της ζωής και την ιεράρχηση των αξιών του. Αυτή η ενόρμηση μεταφέρεται και στο πεδίο της πολιτικής και έχει αποτελέσματα αυτοχειραγωγητικής εξισορροπιστικής δράσης[50]. Μέσω της αυτοχειραγώγησης το άτομο προσπαθεί να μοιάσει στους άλλους και, τελικά, ετεροκαθορίζεται. Αν τα πρόσωπα επιρροής είναι ηθικολόγοι, ο ετεροστρεφής θα προσπαθήσει να γίνει και αυτός ηθικολόγος. Η πολιτική στάση τείνει περισσότερο προς την καταναλωτική αντίληψη[51].

Τα μέσα επικοινωνίας επιτελούν τον κοινωνικοποιητικό τους ρόλο μέσα από την διάχυση των πολιτικών αξιών της συγκεκριμένης πολιτικής περιόδου. Ο ρόλος τους είναι, επομένως, συνεκτικός, πάντα ανάλογος των πολιτικών εξελίξεων και δεν περιορίζεται στην απλή πολιτική πληροφόρηση. Ο Buckingham τονίζει ότι τα μέσα επικοινωνίας, καθιστούν ικανό το κοινό, ιδιαίτερα τους νέους, να δομούν τη σχέση τους με τη δημόσια σφαίρα[52].

Η διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης μέσα από τα ΜΜΕ δεν έχει, ωστόσο, αδιαφοροποίητες επιδράσεις για όλο το κοινό. Η θεωρία του χάσματος επικοινωνίας ή γνωστικού χάσματος προσέδωσε στην χρήση και αξιοποίηση των μέσων ταξικό χαρακτήρα. Διατυπώθηκε πρώτη φορά το 1970 από τους Tichenor, Donohue, και Olien, στη συνέχεια της μελέτης επί των διαφορετικών γνωστικών ωφελειών από την χρήση των μέσων σε ομάδες με διαφορετική θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Στις έρευνες τους, αν και όλες οι ομάδες είχαν πρόσβαση στη γνώση, οι κυρίαρχες ομάδες, σύμφωνα με την ορολογία του Bourdieu, επωφελούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις κυριαρχούμενες ομάδες. Δημιουργείται, κατ’ αυτό τον τρόπο, χάσμα επικοινωνίας μεταξύ των ομάδων, το οποίο δεν αφορά μόνο στις γνώσεις αλλά και στις ατομικές συμπεριφορές και στάσεις και καθώς, λειτουργεί σωρευτικά, έχει επίδραση συστημικού επιπέδου στη διατήρηση των συσχετισμών εξουσίας[53].

Γύρω από το φαινόμενο προκύπτουν διαφορετικές ερμηνείες. Η μία δίνει βαρύτητα στη διαφορετική αξιολόγηση της γνώσης μεταξύ των ομάδων και στην εξοικείωση των κυρίαρχων ομάδων με την πρόσκτηση και αξιοποίηση πληροφοριών. Τα χάσματα επικοινωνίας ερμηνεύονται και με κοινωνικοποιητικούς όρους. Αν τα μέσα επικοινωνίας διαδίδουν και νομιμοποιούν την κυρίαρχη, την «νόμιμη» γνώση, άρα κοινωνικοποιούν στην ήδη υπάρχουσα κοινωνική ιεραρχία, είναι επόμενο οι κυρίαρχες ομάδες να είναι πιο «δεκτικές» στην κοινωνικοποίηση η οποία εξυπηρετεί τη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης. Αντίθετα, για τις κυριαρχούμενες ομάδες η κοινωνικοποίηση μέσα από τα ΜΜΕ τείνει προς τον ενστερνισμό της ανελευθερίας τους[54].

Υπό το ίδιο πρίσμα αναλύεται και ο ρόλος των μέσων επικοινωνίας στη θεωρία διάχυσης μέσα από τα ΜΜΕ (media diffusion). Στη θεωρία διάχυσης ή Ρυθμιστικής προσέγγισης, τα ΜΜΕ επηρεάζονται από τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας και λειτουργούν προς την κατεύθυνση της διατήρησης των δομών εξουσίας μέσω του ελέγχου της γνώσης και της πληροφορίας. Αν και το ρυθμιστικό πλαίσιο εστιάζει στο ρόλο άσκησης κοινωνικού ελέγχου από τα ΜΜΕ, δεν αποκλείει την δράση τους και ως φορέα κοινωνικής αλλαγής. Τα ίδια τα μέσα επικοινωνίας δεν μπορούν να προκαλέσουν κοινωνικές αλλαγές, καθώς τέτοιες διαδικασίες αντανακλούν την αλλαγή στο εσωτερικό δεδομένων σχέσεων εξουσίας. Μπορούν ωστόσο να τις προωθήσουν, όταν αυτές εξελίσσονται και ειδικά όταν εδραιώνονται στο ευρύτερο κοινωνικό σύστημα[55].

Η θεωρία της διάχυσης των ΜΜΕ αποτελεί συχνή μέθοδο μελέτης της πολιτικής κοινωνικοποίησης από τα διεθνή μέσα ή τα μέσα επικοινωνίας συγκεκριμένης χώρας στο εσωτερικό μιας άλλης. Οι λιγοστές μελέτες εντάσσονται στο φάσμα των μετααποικιοκρατικών μελετών, των ερευνών πολιτικής αλλαγής στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, καθώς, και στους συνασπισμούς που διαμορφώνονται μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11/09 σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, το γενικότερο πλαίσιο της θεωρίας διάχυσης μέσω των ΜΜΕ, αφορά στη διαδικασία κοινωνικοποίησης μέσα από τα ΜΜΕ σε νέες πολιτικές αξίες[56] και αποτελεί ένα από τα λιγότερα μελετημένα πεδία.

Στις μεταποικιοκρατικές μελέτες, η πολιτική κοινωνικοποίηση μέσα από τα ΜΜΕ στην επεκτατική της μορφή, αποτελεί θεμελίωση των αρχών της αποικιοκρατίας, ακόμη κι αν αυτή έχει παρέλθει, τουλάχιστον ως στρατιωτική δύναμη κατοχής. Τα επικοινωνιακά συστήματα των παλιών αποικιοκρατιών παραμένουν το ίδιο σημαντικά και εργαλειακά όσο και τα εθνικά των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών[57].

Η διάχυση νέων πολιτικών αξιών από τα μέσα επικοινωνίας και η κοινωνικοποίηση σε αυτές, αποτελεί διαδικασία στην οποία υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι επιδρούν στην τελική έκβαση της. Μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11/09, όλος ο κόσμος μετατράπηκε σε κοινό πρόσληψης των μηνυμάτων των αμερικανικών ΜΜΕ. Τα συμβολικά μηνύματα των αμερικανικών μέσων προεκτείνονταν από την πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία των γεγονότων, σε μια νέα αντίληψη περί του τι είναι δημοκρατία και ποιοι είναι οι εχθροί της, στα όρια του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Σε πολλά κράτη, ωστόσο, η εγχώρια πολιτική κουλτούρα αποδείχθηκε σημαντική παράμετρος στον καθορισμό του πολιτικού και δημοσιογραφικού λόγου, παρά την επίμονη προσπάθεια ενός τόσο ισχυρού πολιτικού παράγοντα[58].

Η αλλαγή πολιτικών αξιών αποδεικνύεται μία αργή διαδικασία και στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Η υπόθεση ότι η χρήση των δυτικών μέσων επικοινωνίας, στις χώρες όπου για χρόνια ήταν απαγορευμένη, θα επανακοινωνικοποιούσε τους πολίτες σε δυτικές πολιτικές αξίες, όπως ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός, δεν επιβεβαιώνεται από τις έρευνες. Οι πολίτες επιλέγουν την αλληλεγγύη της σοσιαλιστικής ηθικής, την συναισθηματική και φυσική ευρωστία από τον υλικό πλούτο[59].

Αυτό που επιταχύνει την επανακοινωνικοποίηση, όπως έχει προαναφερθεί, είναι οι ισχυρές κοινωνικές συνθήκες[60], όπως οι κοινωνικές κρίσεις και οι εμπόλεμες καταστάσεις. Η κοινωνική αναταραχή επιτρέπει τη δημιουργία ηθικών πανικών[61], τη διάδοση ρατσιστικών μηνυμάτων και την απανθρωποίηση[62] αυτών που ορίζονται ως εχθροί. Η γενοκτονία των Τούτσι στην Ρουάντα δεν θα είχε πάρει τέτοια έκταση δίχως τη συμβολή των μέσων επικοινωνίας. Οι εφημερίδες και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί (Radio Rwanda) μεταμορφώθηκαν σε «ΜΜΕ της γενοκτονίας». Μέρος της προπαγάνδας τους ήταν να αποκαλούν τους Τούτσι, «κατσαρίδες» και «ύαινες»[63]. Την ίδια μέθοδο είχαν ακολουθήσει και τα ναζιστικά MME[64], αποκαλώντας τους εβραίους και τους τσιγγάνους, «υπανθρώπους», «ποντίκια» κ.ά.  Αν και σε διαφορετική κλίμακα, η χρήση του ακρωνυμίου P.I.I.G.S. (Portugal, Italy, Ireland, Greece, Spain) για τις χώρες που απειλούνταν με οικονομικό αποκλεισμό από την Ε.Ε., νομιμοποίησε, σε ψυχολογικό επίπεδο, την επιβολή ηθικής τιμωρίας.

Στο πεδίο μελέτης του κοινωνικοποιητικού ρόλου των ελληνικών μέσων επικοινωνίας, οι έρευνες είναι περιορισμένες. Υπάρχουν, ωστόσο, συναφείς έρευνες, γύρω από την πλαισίωση πολιτικών ζητημάτων από τον ελληνικό Τύπο και τις αναπαραστάσεις μειονοτικών κοινωνικών ομάδων[65],τα ευρήματα των οποίων αποδίδουν στον ελληνικό Τύπο έναν λόγο έντονα πολιτικοποιημένο[66], λαϊκιστικό[67], εθνοκεντρικό και ξενοφοβικό, διανθισμένο με πλείστα στερεότυπα και κλισέ[68]. Ο ελληνικός Τύπος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αναπαραγωγή και διατήρηση όψεων μιας αυταρχικής και όχι δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας[69], όπως αυτές αναλύονται στην επόμενη ενότητα.

[1] «Η βία της βιομηχανικής κοινωνίας έχει θρονιαστεί μέσα στο μυαλό των ανθρώπων. Οι παραγωγοί της βιομηχανίας της κουλτούρας ξέρουν ότι ακόμη και ο σαστισμένος καταναλωτής θα απορροφήσει αμέσως ό,τι του προσφέρουν.» (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, 1986:149).

[2] Thompson, 1999: 78-82, Κωνσταντινίδου, 2002:162

[3] Burguet, Girard, 2006:221, 241

[4] «.. τα δελτία ειδήσεων ή οι ειδικές ενημερωτικές ή πολιτιστικές εκπομπές κ.λπ., που απαιτούν από τον τηλεθεατή να γνωρίζει τους κώδικες της πολιτικής και της οικονομίας ή της «ποιοτικής» τέχνης, αφορούν συνήθως τα άτομα που πολιτισμικά διαθέτουν αυτές τις γνώσεις και τα εφόδια και κατά κανόνα συνδέονται με συγκεκριμένες ταξικές θέσεις, φύλο και φυλή (κατά κανόνα λευκός άνδρας της μεσαίας ή ανώτερης τάξης της δυτικής κοινωνίας).» (Κωνσταντινίδου, 2003:217).

[5] Όπως αυτή παρουσιάζεται στην ενότητα Πολιτική Κοινωνικοποίηση και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στο 1ο κεφάλαιο του θεωρητικού μέρους.

[6] Τερλεξής, 1999: 205

[7] Thompson, 1999:353-356

[8] Littlejohn, Foss, 2012:381

[9] Littlejohn, Foss, 2012:348-349

[10] Littlejohn, Foss, 2012:352-353

[11] «Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο ανεπίστρεπτος χρόνος ενοποιήθηκε παγκοσμίως. Η καθολική ιστορία γίνεται πραγματικότητα, γιατί όλος ο κόσμος ενοποιήθηκε κάτω απ’ την ανάπτυξη αυτού του χρόνου. … Ο ενοποιημένος ανεπίστρεπτος χρόνος είναι ο χρόνος της παγκόσμιας αγοράς και, συνακόλουθα, του παγκόσμιου θεάματος.» (Ντεμπόρ, 1986:113).

[12] Thompson, 1999:50

[13] Littlejohn, Foss,2012  :362

[14] Bourdieu, 1990:3-14

[15] Champagne, 2006:55,76

[16] Bourdieu, 1990:5-14

[17] «Η «αλήθεια» αυτής της γνώμης, που πιο πολύ «καταναλώνεται» παρά «συζητείται»…» (Champagne, 2006:75).

[18] Champagne, 2006:192

[19] Champagne, 2006:141-146

[20] Littlejohn, Foss, 2012 :360-362

«Ο φόβος που νιώθει το γνήσιο τέκνο του σύγχρονου πολιτισμού με την ιδέα της απομάκρυνσης του από γεγονότα που είναι ήδη σχηματικά προκατασκευασμένα από τις κυρίαρχες συμβάσεις της επιστήμης, του εμπορίου και της πολιτικής είναι ίδιος με το φόβο που προκαλεί η κοινωνική παρέκκλιση.» (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, 1986:14).

[21] Ό.π.:361-362

[22] Μάνιγκ, 2007:85

[23] Τσέκερης, 2008:30-31

[24] Τσέκερης, 2008:31

[25] Burguet, Girard, 2006:215

[26] Ό.π.:214

[27] Ό.π.:237-238

[28] Ό.π.:213,226-227

[29] Η θεωρία της εξάρτησης αποτελεί την κριτική συνέχεια της θεωρίας των χρήσεων και ικανοποιήσεων, βάσει της οποίας το κοινό έχει τον απόλυτο έλεγχο στη χρήση των μέσων και τον ασκεί σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες που το ίδιο εκφράζει (Littlejohn, Foss, 2012:357). Σε αυτή την θεωρία παραβλέπεται ο ρόλος των ΜΜΕ στην συγκρότηση των κοινωνικών ταυτοτήτων (Κωνσταντινίδου, 2003:219-221).

[30] Τερλεξής, 1999:201

[31] Littlejohn, Foss, 2012:359

[32] Αχείμαστος, Κομνηνού, 1996:407, Papathanassopoulos, 2001b: 110-115,

[33]Ο Κάρραν(2001) αναφέρει ως παράδειγμα περιορισμού της ανεξαρτησίας των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και του δημόσιου διαλόγου την γαλλική και την ελληνική κρατική ραδιοτηλεόραση (σ.158).

[34] Papathanassopoulos, 2001:510

[35] Papathanassopoulos, 2001:510-511,Papathanassopoulos, 2001b: 118

[36] Papathanassopoulos, 2001:508, Λέανδρος κ.ά., 2011:238

[37] Επικράτησε ανομία στο ραδιοτηλεοπτικό χώρο με την λειτουργία σταθμών χωρίς άδεια, την κατάληψη συχνοτήτων που αποτελούν δημόσιο πόρο κ.ά. Η αδιαφορία της πολιτικής εξουσίας για την εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή διευκόλυνσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο χώρο (Λέανδρος κ.ά., 2011:238-239).

[38] Papathanassopoulos, 2001:508-509,

[39] Το 2008 οι τέσσερις κορυφαίες εκδοτικές επιχειρήσεις – ΔΟΛ, Τεγόπουλος, Καθημερινή, Πήγασος –  ήλεγχαν το 69,7% της αγοράς (Λέανδρος κ.ά., 2011:240).

[40] Papathanassopoulos, 2001:519, Papathanassopoulos, 2001b:120

«Όπως επισημαίνουν στα ρεπορτάζ τους το Reuters, το Der Spiegel, οι New York Times, ο Guardian αλλά και η αμερικανική πρεσβεία (από τηλεγράφημα που αποκάλυψε το Wikileaks και δημοσίευσε στην Ελλάδα το TPP) τα ελληνικά ΜΜΕ βρίσκονται στα χέρια λίγων ολιγαρχών που τα χρησιμοποιούν για να κερδίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ εξασφαλίζοντας άλλοτε δημόσια έργα και άλλοτε προκλητικές φοροαπαλλαγές.» (Εφήμερος, 2013:68).

[41] Οι επιφανέστεροι, συνήθως τηλεοπτικοί, δημοσιογράφοι διατηρούν άρρητους και άρρηκτους δεσμούς με πολιτικά κόμματα. Συχνά δημοσιογράφοι που εκφράζουν τις πολιτικές θέσεις ενός κόμματος, αργότερα δραστηριοποιούνται πολιτικά μέσα από αυτό το κόμμα και κάποιοι αποκτούν βουλευτική ιδιότητα. Αυτό είναι ένα δείγμα της συνέργειας πολιτικής και μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα (Papathanassopoulos, 2001:513-514).

[42] Η έρευνα του Παπαθανασσόπουλου (2001) με υποκείμενα έλληνες δημοσιογράφους στον Τύπο εντόπισε επισφαλείς συνθήκες εργασίας για την πλειοψηφία αυτών και άσκηση πίεσης από τους ιδιοκτήτες των εφημερίδων για καταπάτηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Επικρατεί μία ισορροπία τρόμου και οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμα τους ελεύθερα (σ.514-517).

[43] Papathanassopoulos, 2001:508-513

[44] Το οποίο,  εξακολουθεί να προκρίνει τον πολιτικό τύπο, όπως στη Γαλλία και την Ισπανία (Αχείμαστος, Κομνηνού, 1996:409).

[45] Papathanassopoulos, 2001:511

[46] Ζέρη, 2001:145

[47] Στις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν το κλείσιμο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στις 11/06/13, το θέμα των αδειών ψηφιακών συχνοτήτων θα αποτελέσει σημαντική παράμετρο. Όταν  τον Οκτώβριο του 2013, μέσα από ένα πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας (!) θα παραχωρηθούν εν λευκώ άδειες εκπομπής ψηφιακών μεταδόσεων στα ήδη υπάρχοντα ιδιωτικά κανάλια, δίχως κάποιου είδους διαγωνισμό, η είδηση θα αποσιωπηθεί και από τον τηλεόραση και από τον Τύπο (Παντελάκης, 2013:9).

[48] Η οποία διαδέχτηκε τις περιόδους της παραδοσιοστρέφειας και της ενδοστρέφειας. Ο παραδιοστρεφής κοινωνικός τύπος ρυθμίζει τη συμπεριφορά του βάσει μιας άκαμπτης εθιμοτυπίας, την οποία ενστερνίζεται κατά την πρώιμη κοινωνικοποίησή του. Ο ενδοστρεφής κοινωνικός χαρακτήρας ενσωματώνει τους κοινωνικούς κανόνες και τις νόρμες και προσπαθεί να ισορροπεί ανάμεσα στις προσωπικές του επιθυμίες και τους καταναγκασμούς του περιβάλλοντος (Ρήσμαν, 2001:10-21).

[49] Ρήσμαν, 2001:27

[50] Ό.π.:182-192

[51] Ό.π.:176-178

[52] Buckingham, 1997 στο Habashi, Worley, 2009:58

[53] Nisbet, 2008:458

[54] Ό.π.:458-462

[55] Ό.π.:456

[56] Loveless, 2009:120-121

[57] Carvalho, 1996:163

[58] Archetti, 2004:1302-1306

[59] Toth, Simanyi, 2006:55, Loveless, 2009:133

[60] Sears, 1975:128

[61] Ως ηθικός πανικός ορίζεται, «Μία κατάσταση, «επεισόδιο», όπου κάποιο άτομο ή ομάδα έρχεται στο φως της δημοσιότητας για να ορισθεί ως απειλή προς τις κοινωνικές αξίες και συμφέροντα ∙ ο χαρακτήρας τους παρουσιάζεται κατά τρόπο στερεοτυπικό από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ∙ οι ηθικές οχυρώσεις επανδρώνονται από εκδότες, επισκόπους, πολιτικούς κα άλλους ορθά σκεπτόμενους ανθρώπους ∙ κοινωνικά αποδεκτοί κριτικοί προβαίνουν σε διαγνώσεις και προτείνουν λύσεις ∙ η κοινωνία διαμορφώνει ή πιο συχνά καταφεύγει σε τρόπους αντιμετώπισης… ..(η εμφάνιση του πανικού) μερικές φορές έχει πιο σοβαρές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στο νομικό σύστημα και στην κοινωνική πολιτική ή ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.» (Cohen, 1987:9 στο Τσαγκαρουσιάνου, 1995:339).

[62] Η απανθρωποίηση συνιστά διαδικασία κατάταξης σε είδος ζωής κατώτερο της ανθρώπινης. Ξεκινά πάντα από την γλώσσα και απελευθερώνει την ανθρώπινη επιθετικότητα. Συνιστά ψυχολογικό τέχνασμα το οποίο χρησιμοποιούν οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί της εξουσίας,  πολιτικής και θρησκευτικής, για να χειραγωγούν τα πλήθη (Οικονομάκου, 2011:59).

[63] M’ Bayo, 2010:28. Τη συμβολή του Radio Rwanda στην μετατροπή φιλήσυχων πολιτών σε σφαγείς, απεικονίζει και η ταινία του Terry George “Hotel Rwanda” (2004).

[64] O ιδιοκτήτης της εφημερίδας “Der Stürmer”, Τζούλιους Στράιχερ, καταδικάστηκε μαζί με τους ναζιστές εγκληματίες πολέμου στις επακόλουθες δίκες της δίκης της Νυρεμβέργης (Χατζηστεφάνου, 2013:63).

[65] Βλ. Παναγιωτοπούλου Ρ. 1996. «Ο Τύπος και το Μακεδονικό ζήτημα: ενημέρωση και επιδράσεις» στο Παναγιωτοπούλου και συν. (επιμ.). «Η «Κατασκευή» της Πραγματικότητας και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης». Διεθνές συνέδριο: Αθήνα, Απρίλιος 1996: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, Λέανδρος  και συν. (2011) “Η «Κρίση» στον Τύπο. Μια θεματική και γλωσσολογική ανάλυση». Eπιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών. 134-135. 237-255, Ρήγα, Δαιμονάκου. 2002. “Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των ελλήνων για τον εαυτό και τον άλλο (τον τσιγγάνο)”. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών. 108-109. 257-283

[66] Τσαγκαρουσιάνου, 1995:336

[67] Dinas, 2012:211

[68] Αχείμαστος, Κομνηνού, 1996:413, Παναγιωτοπούλου, 1996:492-493

[69] Τσαγκαρουσιάνου, 1995:339[:]